Saturday, June 24, 2006

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
- με το χέρι στην τσέπη -
(όπως εμφνίστηκε στο gay pride στις 24/06/06)

1. Πόσες ώρες την ημέρα είσαι gay;
α) 0-3 β) 3-8 γ) 8-15 δ) δεν σταματάω ποτέ να είμαι gay

2. Πόσες ώρες την ημέρα είναι ορατό ότι είσαι gay (είσαι out);
α) 0-3 β) 3-8 γ) 8-15 δ) η ταυτότητά μου είναι πάντα ορατή

3. Στο εργασιακό σου περιβάλλον είσαι gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

4. Στο συγγενικό σου περιβάλλον είσαι gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

5. Θα έλεγες ότι τη νύχτα είσαι πιο ορατά gay απ’ ότι τη μέρα;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

6. Το σαββατόβραδο, είσαι gay; (πηγαίνεις σε gay ή gay friendly μαγαζιά);
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

7. Πηγαίνεις σε gay friendly εστιατόρια;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

8. Θα έλεγες ότι είσαι πιο ορατά gay το καλοκαίρι απ’ ότι το χειμώνα;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

9. Όταν ταξιδεύεις είσαι περισσότερο ορατά gay απ’ όταν μένεις στο σπίτι σου;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

10. Στις διακοπές σου είσαι gay (πηγαίνεις σε gay τουριστικούς προορισμούς και κάνεις gay ζωή);
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

11. Ταξιδεύεις στο εξωτερικό για να είσαι gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

12. Πηγαίνεις στα πάρκα;
α) να πηγαίνεις

13. Μήπως έχεις έρθει από την επαρχία λόγω του ότι είσαι gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

14. Σου αρκεί το ότι είσαι gay για να σε κάνει να αισθάνεσαι περήφανος/η;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

15. Αισθάνεσαι περισσότερο περήφανος/η σήμερα;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

16. Πόσο περίπου σου κοστίζει να είσαι gay το σαββατόβραδο;
α) 5-10€ β) 10-30€ γ) 30-80€ δ) ……€

17. Πόσο περίπου σου κοστίζει να είσαι gay όταν τρως έξω;
α) 5-20€ β) 20-100€ γ) 100-800€ δ) ……€
18. Ας πούμε μία μέρα που είσαι από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ gay, πας σε gay καφέ, σε gay friendly εστιατόριο, και σε ένα gay ή gay friendly bar, πόσο περίπου θα σου κόστιζε αυτό συνολικά;
α) 15-30€ β) 30-80€ γ) 80-200€ δ) ……€

19. Πόσο περίπου σου κοστίζει να είσαι gay στις διακοπές σου;
α) 50-100€ β) 100-300€ γ) 300-1000€ δ) ……€

20. Πόσο περίπου σου κοστίζει να πηγαίνεις στο εξωτερικό για να είσαι gay;
α) 5-15€ β) 15-50€ γ) 50-100€ δ) ……€

21. Πόσο περίπου σου στοίχισε να αλλάξεις πόλη για είσαι gay;
α) 150-300€ β) 300-1000€ γ) 1000-5000€ δ) ……€

22. Πιστεύεις πως στο μέλλον θα σου κοστίζει περισσότερο το gay pride?
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

23. Σε πόσα πήγες από τα pride party ενίσχυσης στα gay bar;
α) κανένα β) 1-3 γ) 3-10 δ) όλα

24. Ποιον πιστεύεις ότι ενίσχυσαν οικονομικά τα gay pride party στα bar;
α) τα bar β) το pride) γ) τους ανθρώπους του pride δ) τους/τις gay

25. Αισθάνεσαι τυχερός/ή που έχεις όλα τα παραπάνω τα χρήματα για να ξοδέψεις για να είσαι gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

26. Θεωρείς πως αν δεν είχες τόσα χρήματα δεν θα ήσουν τόσο gay;
α) Ναι β) Όχι γ) χαζή ερώτηση

27. Θεωρείς πως κάποιος/α που έχει λιγότερα χρήματα από εσένα θα μπορούσε να είναι εξίσου gay με εσένα;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

28. Πιστεύεις ότι υπάρχουν φτωχοί gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

29. Φαίνονται ότι είναι gay;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

30. Ή φαίνονται ότι είναι απλά φτωχοί;
α) Ναι β) Όχι γ) ΔΞ/ΔΑ

31. Σου φάνηκε τραβηγμένο το παραπάνω ερωτηματολόγιο;
α) όχι β) καθόλου γ) γιατί το λες αυτό;

32. Που θα πας καλοκαίρι και τί είσαι διατεθειμένος να ξοδέψεις;
Το queeruption είναι μία αυτό-οργανωμένη συνάντηση-φεστιβάλ από queer άτομα, που γίνεται κάθε καλοκαίρι σε κάποια πόλη του κόσμου. Χωρίς εισιτήρια, χορηγούς, διαφημίσεις, άτομα με όποια σεξουαλικότητα μαζεύονται εκεί για να δημιουργήσουν έναν ανοιχτό χώρο έκφρασης, να συζητήσουν γύρω από τις πολιτικές του φύλου και της σεξουαλικότητας, να φάνε μαζί, να χορέψουν και να κάνουν ή να μην κάνουν sex στα sex party, να οργανώσουν δράσεις στη πόλη που τους φιλοξενεί και να είναι ορατοί χωρίς να χρειάζεται να πληρώνουν συνεχώς γι’ αυτό. Φέτος το queeruption θα γίνει τον Αύγουστο στο Tel Aviv.
Περισσότερες πληροφορίες: www.queeruption.org

Wednesday, June 21, 2006

Story telling as a healing process
μια τοποθέτηση του 4ου ανθρώπου με αφορμή την ιστορία των τριών.
















Πριν από κάποιες εβδομάδες ανέβηκε σε κεντρική Αθηναϊκή σκηνή το θεατρικό έργο του Martin Crimp “Fewer Emergencies” (φωτογραφία από την παράσταση δείχνεται επάνω). Ένα πάρα πολύ ωραίο σύγχρονο κείμενο που ολοκληρώνεται σε μόλις 40 λεπτά και αποτελείται από τρεις ιστορίες που φτιάχνουν-λένε οι τρεις ηθοποιοί με μια περίεργη αίθηση-χρήση της διαδικασίας της συνδιαμόρφωσης. Βλέπετε, ο ένας ρόλος ενισχύει τον άλλο, τίποτα δεν πέφτει κάτω, τίποτα δεν πάει χαμένο και ταυτόχρονα πάντα ένας έχει πιο κεντρικό ρόλο στην ιστορία που ‘αυτός/ή’ θέλει να πει. Το αποτέλεσμα είναι αρκετά ακαταλαβίστικες ιστορίες τόσο λόγω δομής όσο και λόγω περιεχομένου. Αλλά το νόημα δεν είναι να βγουν κατανοητές ιστορίες που πιθανά κάτι περιγραφούν ή κάτι αφηγούνται. Το όλο παιχνίδι γίνεται ως θεραπευτική διαδικασία-πράξη (τουλάχιστον στην δική μου ερμηνεία). Το αποτέλεσμα που φέρνει είναι απλά η επούλωση των τραυμάτων.

Story telling as a healing process λοιπόν.

Έχει τέτοιες ιδιότητες το story telling; Φυσικά, και ο Marting Grib δεν ήταν ο πρώτος που το ανακάλυψε. Η ανακάλυψη του story telling και των ιδιοτήτων του από τους ανθρώπους πρέπει να συνέπεσε με την ανακάλυψη της φωτιάς. Για να γίνει συστηματική πρακτική έπρεπε να περάσουν κάποιες χιλιάδες χρόνια και να ανακαλυφθεί αρχικά το ντιβάνι και στη συνέχεια η χρήση του από τον Froyd. Προσπάθεια να γίνει επιστήμη άρχισε από τον Lacan, σε μια περίοδο που όλες οι αφηγήσεις προσπαθούσαν να ονομασθούν επιστήμη, και συνεχίζεται σε διάφορα πεδία μέχρι και σήμερα. Αρκετά όμως με το θεωρητικό του κομμάτι με το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν τα πάω και πολύ καλά.

Οι παραπάνω αναφορές δεν χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για το αν το story telling έχει επουλωτική δράση – αυτό το ξέρουμε δα όλοι από την προσωπική μας εμπειρία. Πάνω σε αυτό δομούνται κατά βάση και οι φιλικές σχέσεις. Είναι σχέσεις που τις ‘χρησιμοποιείς’ και για να λες τον πόνο σου – να επουλώνεις το τραύμα σου. Ένα πόνο που έχει πίσω του μια ιστορία. Έναν χωρισμό ας πούμε. Τον συνοδεύεις από έναν τουλάχιστον φίλο, ένα τουλάχιστον μπουκάλι και μια ιστορία που λέγεται και ξαναλέγεται, κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, στους διαφορετικούς φίλους και με τα διαφορετικά μπουκάλια, με διαφορετικές πληροφορίες, διαφορετικές εστιάσεις διαφορετικό ύφος και συμπέρασμα. Αλλά το σημαντικό στη διαδικασία δεν είναι τόσο η ύπαρξη του μπουκαλιού όσο η ύπαρξη του φίλου ως ο κοινωνικός άλλος. Αυτή η θέση, ομιλούσα ή μη δεν έχει καμία σημασία, υπάρχει εκεί για να υποδηλώνει τη συνενοχή στο χτίσιμο μιας συγκεκριμένης ιστορίας. Βλέπετε, το άτομο μπορεί και από μόνο του να λέει ιστορίες και το κάνει. Τις λέει στον εαυτό του, και τις ξαναλέει και ξανά και ξανά και άλλες φορές είναι ίδιες και άλλες φορές είναι διαφορετικές. Αλλά με αυτόν τον τρόπο είναι από δύσκολο έως αδύνατο το άτομο αφενός να καταλήξει στη δημιουργία μίας ιστορίας και αφετέρου να εκτονωθεί. Μπορεί μάλιστα και να τρελαθεί στο τέλος. Και η μία ιστορία ως κατακλείδα της διαδικασίας είναι σημαντική έστω κι αν δεν είναι μία αλλά μια σειρά από συγκεκριμένες και επαρκώς οροθετημένες ιστορίες. Η μία ιστορία είναι η προσπάθεια δόμησης όσο το δυνατόν περισσότερων συναισθημάτων - πληροφοριών σε ένα συγκροτημένο κατασκεύασμα που είναι ως τέτοιο πιο εύκολα διαχειρήσιμο.

Σαν να λέμε λοιπόν ότι ο ψυχαναλυτής είναι ένας άνθρωπος που τον πληρώνουμε για να είναι εκεί, να μην μιλάει (στις περισσότερες τουλάχιστον σχολές ψυχανάλυσης) αλλά να είναι συνένοχος στη προσπάθεια να συγκροτήσει ο αναλυόμενος μία ιστορία στην οποία θα καταλήξει και την οποία θα λέει στον εαυτό του και να μάθει και τον τρόπο να κατασκευάζει μία ιστορίες και να μην χαόνεται στις άπειρες ιστορία. Είναι τόσο αποδεδειγμένα τα αποτελέσματα του storing telling as a healing process που κάποια νοσοκομεία στο δυτικό εξωτερικό πληρώνουν ανθρώπους για να ακούν ιστορίες των αρρώστων, ιδιαίτερα των γερόντων και αυτών που βρίσκονται σε χρόνια νοσηλεία. Λέει λοιπόν ότι οι γέροι λένε την ιστορία της ζωής τους και θυμούνται τα χρόνια της νεότητάς τους που ήταν χρόνια γεμάτα ενέργεια, δημιουργικότητα κτλ και αυτό θετικά αποτελέσματα στην κατάσταση της υγείας τους.

Αλλά από τί πρέπει κανείς να θεραπευτεί και λέει μια ιστορία; Συνήθως από κάτι που έγινε. Κάτι που έκανε ή κάτι που έπαθε. Όσο πιο ισχυρό το συμβάν τόσο πιο έντονη η επιθυμία, που γίνεται ανάγκη, να ειπωθεί. Το άτομο λοιπόν μετά από μια τέτοια εμπειρία σπεύδει στον άλλο άνθρωπο, τον φίλο, τον γκόμενο, να του εναποθέσει το μισό του τουλάχιστον φορτίο λέγοντάς του την ιστορία του. Και λέει την ιστορία για να την ακούσει ο ίδιος και να την αποδεχτεί. Και λέει την ιστορία της για να δοκιμάσει την αποδοχή του ακροατή του απέναντι σ’ αυτή. Και άρα την αποδοχή του απέναντι σ’ αυτόν. Μετά από αυτό που έπαθα-έκανα συνεχίζω να μπορώ να είμαι αποδεχτός από σένα και άρα από τον κοινωνικό άλλο που εσένα όρισα να αντιπροσωπεύεις; Αν είναι έτσι, αυτό με βοηθά να το διαχειριστώ, να το ξεπεράσω, να το γειώσω κτλ. Αυτό άλλωστε κάνει και ο ψυχαναλυτής: αποδέχεται, χωρίς όρους, χωρίς δικαιολογίες. Είναι εκπαιδευμένος να κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του ακόμα κι αν ακούσει την πιο φριχτή ιστορία - φανταστική ή πραγματική.

Μέχρι τώρα όμως μίλησα για ιστορίες ατομικές, που δεν αφορούν ταυτόχρονα τον ακροατή και τον εκφωνητή. Τι γίνεται όμως όταν η ιστορία του ενός έχει συνέπειες και πάνω στον άλλο; Γιατί επιλέγουμε να πούμε σε κάποιον ιστορίες όταν αυτές τον αφορούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο; Θα γίνω πιο συγκεκριμένος. Ας μιλήσουμε για το κέρατο. Ένα άτομο κερατώνει τον σύντροφό του. Του το λέει ή όχι και γιατί; Να ένα ερώτημα που φαντάζομαι έχει εξαντληθεί σε στήλες περιοδικών όπως το Cosmopolitan. Οι τάσεις πολλές, και τα επιχειρήματα κάθε πλευράς ισχυρά. Και ναι, καταλαβαίνω και εκτιμώ την ειλικρίνεια ως μια διαδικασία μείωσης της εξουσίας που η γνώση της ιστορίας δίνει στον γνώστη απέναντι στον αγνοούντα. Εξουσία που εφόσον υφίσταται, το πότε θα εκφραστεί είναι απλά θέμα χρόνου και το πώς θέμα προθέσεων. Και επίσης καταλαβαίνω την ειλικρίνεια ως μια αίσθηση δικαίου και δημιουργίας καλού προηγούμενου ούτως ώστε όλα τα αντίστοιχα συμβάντα από όλες τις μεριές να ανακοινώνονται και να αποτελούν θέμα συζήτησης, ανοιχτά και καθαρά. Είναι όμως τα πράγματα μόνο έτσι; Πώς δικαιολογείται αυτή η μετάδοση γνώσης όταν συνοδεύεται από τόσα δυσάρεστα συναισθήματα για τον άλλο; Τόσους ανταγωνισμούς; Τόση ανασφάλεια; Γίνεται για το καλό της σχέσης άρα και το καλό του άλλου; Γίνεται λοιπόν να βάζεις τον άλλο να ακούσει κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο για τον ίδιο…για το καλό του; Δεν το πιστεύω. Και σίγουρα δεν πιστεύω αυτούς που λένε μόνο αυτό: ότι δηλαδή επιλέγω την ανοιχτότητα για το καλό του άλλου και της σχέσης μας. Όχι. Η βασική ιδιότητα αυτής της διαδικασίας είναι η θεραπεία-επούλωση με τον τρόπο που αυτό επιτυγχάνεται από το story telling (βλέπε παραπάνω).

Μετά από ένα κέρατο, όσο πιο kinky - ένα όργιο ας πούμε - τόσο πιο πολλά και πιο έντονα τα συναισθήματα που έχει το εμπλεκόμενο άτομο. Άπειρη πληροφορία έχει συμπιεστεί σε τόσο λίγο χρόνο. Γιατί το έκανα; με ποιόν; γιατί τώρα; γιατί με αυτούς; ποια ήταν η θέση μου; τι έκανε το σώμα μου; τι το έβαλα να κάνει; τι δεν έκανε; τι έκανε που δεν το έκανε πριν; πώς το έκανε; τι έμαθα για μένα μετά από αυτό; τι έμαθα για το σώμα μου; πώς κάνω έρωτα τώρα – μετά από αυτό; πως έκανα έρωτα πριν; έχει αυτό που έγινε συνέπειες σε μένα; σε άλλους; τι είδους συνέπειες; μετάνιωσα; θέλω να το ξανακάνω; τί θα άλλαζα;… και άλλα άπειρα τέτοια ερωτήματα σκούζουν για απαντήσεις αλλά πιο πολύ για αναγνώριση. Κάθε φορά που κάνω κάτι τέτοιο πρέπει να περάσω κάποιες ώρες ή μέρες προσπαθώντας να το διαχειριστώ. Να κάνω σκέψεις-ιστορίες του συμβάντος, να μιλάω γι’ αυτό σε μένα και σε άλλους, να σκέφτομαι, να σκέφτομαι. Το κάνω γιατί καταλαβαίνω πράγματα για μένα. Η λειτουργία μου σε τέτοιες συνθήκες μου δίνει πάρα πολλές πληροφορίες για να μάθω λίγο καλύτερα τον εαυτό μου και για τον τρόπο που λειτουργώ ακόμα και σε άλλες ίδιες ή διαφορετικές συνθήκες. Μαθαίνω λοιπόν, σίγουρα αυτό, και γι’ αυτό το κάνω. Και όπως κάθε μάθηση έτσι κι αυτή είναι μερικές φορές δυσάρεστη ως εμπειρία. Θυμάμαι πολλές φορές να είμαι μέρες κουλουριασμένος στο κρεβάτι μου και μόνος να προσπαθώ να διαχειριστώ την έκθεσή μου, τις πράξεις μου, και να μου είναι πολύ πολύ δύσκολο. Αλλά όπως λέει και η μελίνα τανάγρη «κι αν κάηκαν τα χέρια μου δεν έχει σημασία, με τίποτα δε θα’ χανα μια τέτοια πυρκαγιά».

Και προσπαθώ τόσο πολύ να μείνω όσο πιο πολύ μπορώ μόνος μου για να βράσω σ’ αυτό το καζάνι συναισθηματικής πληροφορίας ως μια διαδικασία κάθαρσης, αλλά δεν το καταφέρνω πάντα. Ίσως πιο συχνά αυτό που κάνω είναι να σπεύσω στον γκόμενό μου και να του το πω. Να του πω την ιστορία για να την ακούσω κι εγώ. Και μετά να φύγει από πάνω μου και να περάσει σε εκείνον. Και από το να έχω να τη διαχειριστώ εγώ για μένα να έχω να διαχειριστώ τη διαχείριση της ιστορίας από τον γκόμενό μου για εκείνον ή για τη σχέση μας. Σίγουρα το τί αυτό θα σημάνει για τη σχέση μας και άλλα τέτοια είναι πολύ σημαντικά ζητήματα αλλά θα έπρεπε ίσως να έρχονται δεύτερα και μετά από μια ατομική πλύση και ένα τουλάχιστον καλό στύψιμο.

Ναι, λοιπόν, όταν κάποιος σπεύδει αβίαστα να μιλήσει για το κέρατο στον κερατωμένο δεν με πείθει ότι το κάνει για τον άλλο όσο το κάνει για τον ίδιο. Άλλωστε, ο άλλος, ο κερατομένος, δεν νομίζεται ότι ήρθε στο προσκήνιο και απέκτησε ύπαρξη κάπως αργά; Αυτός έλειπε λίγο πριν γίνει το συμβάν και σίγουρα κατά διάρκεια. Σ’ αυτές τις στιγμές η ύπαρξή του δεν υπήρχε τόσο έντονη έως δεν υπήρχε καθόλου (οξύμωρο;). Αν ήταν έντονη αυτή του η παρουσία πιθανά θα ήταν και ικανή να αποτρέψει το γεγονός. Και σίγουρα καταλαβαίνω πως είναι δυνατό να συμβαίνει να μην υπάρχει καθόλου και το συμβάν να αρχίζει και να τελειώνει ως μια προσωπική διαδικασία σε μια προσωπική κατάσταση του δράστη. Ειδικά λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις με ποιον τρόπο και για ποιο λόγο αμέσως μετά το συμβάν η ύπαρξη του άλλου ανάγετε σε κεντρική και μάλιστα ως αντικείμενο υπεράσπισης; Πώς δηλαδή αμέσως μετά από κάτι που έγινε και δεν τον αφορούσε και δεν συμμετείχε ξαφνικά αυτός υπάρχει και πρέπει και να προσπατευτεί; Και άρα να προσέξουμε πως θα του το πούμε, τι θα του πούμε κτλ; Η ύπαρξη αυτού λοιπόν μήπως έγινε κεντρική ως ανάγκη για συνενοχή, αποδοχή και απόσπαση από τα πιο σημαντικά και πιο δύσκολα πράγματα που είχαν να γίνουν; Μήπως λοιπόν, λέω μήπως, ο κερατάς σπεύδει στον κερατωμένο και πατώντας πάνω στις συμφωνημένες αρχές και καλά περί ειλικρίνειας, ανοιχτότητας, καλού προηγούμενου κτλ, λέει την ιστορία για να φύγει από πάνω του, για να πάει πάνω στον άλλο, για να μετουσιωθεί σε μια κατάσταση που τώρα πρέπει να τη διαχειριστούνε μαζί, ή να διαχειριστούνε μαζί το πρόβλημά του, που από δικό μου έγινε πολύ γρήγορα δικό σου, για να τσεκάρει την αποδοχή του συντρόφου ως του κοινωνικά άλλου και φυσικά, όλα αυτά, για να αποφύγει την αυτοκριτική διαδικασία διαχείρισης του συμβάντος σε προσωπικό επίπεδο με τα ατομικά του εργαλεία, μια διαδικασία πολύ πιο δύσκολη, που πιθανά θα έβγαζε στην επιφάνεια απωθημένα, ανασφάλειες, και ένα κάρο πράγματα που ένας μπορεί να δει μόνο για τον εαυτό του αν και εφόσον κάτι τέτοιο τον ενδιαφέρει; Και αυτό εφόσον έχουμε αποδεχτεί a priori τις καλές προθέσεις του δράστη και όχι ότι λέει μια ιστορία που έχει αναφορά σε πραγματικό συμβάν ή όχι για να ασκήσει απόλυτη και παγερή εξουσία πάνω στον άλλο, αυτόν που δεν ήταν εκεί, πάντα για τους λόγους του, συνειδητούς ή όχι.

Ας καταλήξω κάπου λοιπόν. Εγώ λέω λοιπόν ότι ναι, με ενδιαφέρει τα πράγματα να είναι ανοιχτά και πάνω στο τραπέζι. Και με ενδιαφέρει να είμαι φορέας και εγώ με τη σειρά μου μιας γνώσης που υπάρχει σε άλλους για να διαχειριστώ καλύτερα τη σχέση μου μ’ αυτούς τους άλλους και μ’ αυτή τη γνώση. Και έτσι ναι θέλω να τα λέω και να μου τα λένε όλα (καλύτερα: ‘όλα’). Αλλά ταυτόχρονα θέλω να είναι καθαρό το γιατί τα λέω και γιατί τα ακούω. Και θέλω να έχω περάσει ένα χρονικό διάστημα να διαχειρίζομαι τα δικά μου πράγματα με μένα πριν τα ρίξω σε έναν άλλο. Γιατί τότε είναι και πιο ξεκάθαρο το τί έχει κανείς να κάνει, τί να διαχειριστεί, τί είναι δικό του και τί του άλλου και τί είναι προς κοινή διαχείριση. Και γιατί μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά είναι σημαντικό και είναι και ωραίο και όπως λέει και ο Lacan, και που το έλεγε παλιότερα ο Tao Te King και το ήξερε αυτό ο Lacan: όταν ανακοινώνεις τις επιθυμίες σου χάνεις τη μισή απόλαυση.

Friday, June 09, 2006

μη-κακονικο-φοβία

το παρακάτω κειμενο δημοσιεύθηκε από τον "κάποιον" την Τετάρτη 7 Ιουνίου στο στο indymedia αθηνών (http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=520279).
Το θεωρώ ένα κείμενο για την κανονικότητα, τη μη-κανονικότητα, και τη βία που η μία μπορεί να ασκήσει στην άλλη. Το θεωρώ ένα κείμενο για τη μη-κανονικο-φοβία. Αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να το έχω γράψει εγώ, γι' αυτό και το αναδημοσιεύω.


θα ήθελα να με ακούει .. αλλά δεν ελπίζω πλέον



ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΣΤΗΝ ΒΕΡΟΙΑ. Μεγάλωσα στην πόλη που πάει να γίνει η πόλη των εξαφανισμένων. Η πόλη των δολοφονημένων. Η πόλη των δολοφόνων.

Δεν γράφω για να υπερασπιστώ κανέναν. Προσπαθώ να καταλάβω και να εξηγήσω. Τα όχι-και-τόσο ακατανόητα. Τα όχι-και-τόσο ανεξήγητα.

Έχω νιώσει, παιδάκι, την Απειλή που σκότωσε τον Άλεξ. Μία μόνο φορά.

Όχι, δεν είμαι Ξένος. Ούτε έχω πάνω μου κάτι ιδιαίτερα περίεργο. Δεν ανήκω σε καμμία από τις γνωστές "μειονότητες". Ήμουν όμως ένα ήσυχο παιδί, μετά από κάποια ηλικία φορούσα και γυαλιά, ήμουν κάπως παχουλός. Ήμουν ίσως, για κάποιους, ΑΡΚΕΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΩ ΣΤΟΧΟ.

Ήμουν εννιά δέκα χρονών, και πήγαινα στα αγγλικά σε μια μακρινή και άγνωστη γειτονιά. Στη διαδρομή αυτή, όποτε περνούσα κοντά σε άγνωστα παιδιά που παίζανε, έτρεμα μέσα μου από ένστικτο, μη τυχόν με προσέξουν κι ασχοληθούν μαζί μου. Μέχρι που άλλαζα και πεζοδρόμιο, ή και δρόμο, καμμιά φορά, για να περάσω απαρατήρητος.

Μια από αυτές τις φορές όμως, ασχολήθηκαν. Ένα κωλόπαιδο δηλαδή το ξεκίνησε, μού επιτέθηκε φραστικά και άρχισε να με πλησιάζει επικίνδυνα, καθώς περνούσα από την άκρη της παρέας που έπαιζε. Οι άλλοι δεν πρόλαβαν ευτυχώς να πάρουν μπρος. Έφυγα τρέχοντας και δεν πρόλαβαν να με αγγίξουν.

Από την άλλη, ο φίλος μου ο Γ. ξεχώριζε παιδάκι γιατί φορούσε από μικρός γυαλιά. Γυαλάκια τον ανέβαζαν, γυαλάκια τον κατέβαζαν. Μέχρι και στις εκδρομές, όπου έπαιζε πάντα τον «Γκιαούρη» ή τον «Έλληνα», τις έτρωγε *πάντα* από τον Ηλία, τον «Τούρκο» ή «Γερμανό»….

Ο Λ. ήταν διαφορετική περίπτωση. Ξεχώριζε πρώτα πρώτα γιατί ήταν πανύψηλος. Τελικά έγινε 2.10, αλλά και σαν παιδί, ήταν αφύσικα ψηλός. Εκτός από πανύψηλος, διέπραττε άθελά του την φοβερή αμαρτία να είναι πολύ λευκός και σχεδόν άτριχος. Εκεί να δεις καζούρα. Λίγο αργότερα, στο γυμνάσιο, άρχισαν και κάποια σχόλια για την σεξουαλικότητά του, με βάση απλά και μόνο την εμφάνισή του, οπότε και ο Λ. απομονώθηκε πλήρως από τους «πολλούς». Θυμάμαι όμως να τού κάνει χοντρή καζούρα ακόμα κι ένας πολύ καλός κοινός φίλος, ένα κατά τα άλλα αξιόλογο παιδί: Καλοκαίρι στον Μακρύγιαλο, σχολίαζε ότι «δεν φουσκώνει το μαγιώ του» και προσπαθούσε ΜΕ ΤΗ ΒΙΑ να του το βγάλει. Ο Λ. επέζησε, και πρόκοψε, αλλά ποτέ δεν θα τολμήσει να δηλώσει ανοιχτά στην Βέροια την ομοφυλοφιλία του.

Ο Η. ήταν ακόμα μια διαφορετική περίπτωση. Ένα γεροδεμένο παιδί, μέτριας νοημοσύνης, που δεν έδινε φανερό στόχο, δεν ξεχώριζε ορατά σε κάτι. Δεν ξέρω τί ήταν αυτό που έκανε τους πολλούς να τον βάλουν κάτω, στο δασάκι, και να τον γδύσουν με την βία, ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΝ ΛΕΕΙ ΑΝ ΕΧΕΙ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΔΙΑ, χαχανίζοντας και βρίζοντας. Παρακολουθούσα με τρόμο από μακριά, δεν ήταν δυνατόν παρέμβω. ΑΥΤΟΙ ήταν οι Δυνατοί, οι Κανονικοί, οι Αθλητικοί (οι καλύτεροι στο βόλλευ και στο μπάσκετ…), και οι υπόλοιποι, ακολουθώντας την αγέλη, είχαν γίνει Ένα μαζί τους. Όλοι, εναντίον ενός.

Αξίζει να επισημάνω εδώ ότι εμένα προσωπικά δεν με πείραξε ποτέ κανείς, τουλάχιστον όχι σωματικά.

Τα καλοκαίρια όμως στην Αττική, στον Ωρωπό, ή εκεί στον Παρνασσό, στην χριστιανική (!!!!!) κατασκήνωση, ένιωσα βαθιά στο πετσί μου μιαάλλου είδους βία, μιάν ιδιότυπη μορφή ρατσισμού. Ήμουν εκεί για "κάποιους" ο «βόρειος», ο μισο-Βούλγαρος, ο εξ'ορισμού βάρβαρος, που αναμενόταν να μιλάει αστεία, με το ΜΕ και με το ΣΕ και με το ΛΛΛ (και ήταν περίεργο και ύποπτο για΄τι ΔΕΝ μιλούσε έτσι). Για κάποιους πιο ψαγμένους στην κατασκήνωση των ΧΜΟ (Χριστιανικών Μαθητικών Ομάδων) στον Παρνασσό, γόνους «ευγενών» οίκων των βορείων προαστείων, ήμουν *και* ο "Μογγόλος", μόνο και μόνο επειδή το επίθετό μου τελειώνει σε «-ίδης». ΜΟΝΟ και μόνο επειδή ΚΑΠΟΙΟΣ έπρεπε να γίνει στόχος, κάποιος έπρεπε να είναι Ο ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΣ ΤΡΑΓΟΣ. Τα "χριστιανόπουλα" αυτά διασκέδαζαν εξάλλου ιδιαίτερα παραφράζοντας χριστιανικούς ύμνους, όπως το "Αδελφέ που πονάς θα το πιείς κι από μας, το κρασί της χαράς που ποτέ δεν ζαλίζει (της Θείας Κοινωνίας)". Τραγουδούσαν λοιπόν όλο μπρίο και χαρά, τα βλαστάρια αυτά των "καλύτερων οικογενειών" της Αθήνας, "Αδελφέ που πονάς θα τις φας κι από μας"....

Είναι άραγε έμφυτη η ανάγκη να έχουμε κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο διαθέσιμο για σωματικό ή ψυχικό λυντσάρισμα;;; ΠΟΣΟ ΔΥΝΑΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ, ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΚΑΙΑΔΑ, που κάνει μικρούς και μεγάλους να εντοπίζουν αυτόματα πραγματικές ή φανταστικές διαφορές και να τις πατάσσουν με κάθε δυνατό τρόπο; Τι είναι αυτό που μετατρέπει μια ομάδα από παιδιά σε μια αγέλη αγριεμένων ζώων; ΤΙ ΈΝΣΤΙΚΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ;;;;;;;;;;

Ο κύριος Φρόυντ έχει πολλά να μας πει πάνω σ₼αυτό.

Πρώτον, είναι ο εγγενής ΣΑΔΙΣΜΟΣ, ο ίδιος που ηδονίζει κάποιους όταν βλέπουν ένα σπίτι να καίγεται (όχι το δικό τους), ό ίδιος που κάνει τους οδηγούς να επιβραδύνουν για να παρατηρήσουν λαίμαργα τα μυαλά στην άσφαλτο μετά το φρέσκο ατύχημα, ο ίδιος που κόβει εισιτήρια στις ταινίες τρόμου αμερικάνικου τύπου, αυτές με τα αλυσοπρίονα και τις λεύκες...

Δεύτερον, είναι ένα ένστικτο ακόμα πιο βαθύ, ακόμα πιο πρωτόγονο, ακόμα πιο αποτρόπαιο. Η ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ, ΠΟΥ ΕΠΙΤΑΣΣΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ. Στην πρωτόγονη φάση της ανθρωπότητας, όταν ήμασταν ακόμα πιο ζώα ΑΠ₼ΌΤΙ ΤΏΡΑ, διαφορετικό σήμαινε συνήθως ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟ, αδύναμο, και ανίκανο να αναπαραχθεί, βάρος για την μητέρα και για την ομάδα. Η μόνη μοίρα που θα μπορούσε να το περιμένει, ήταν ο Καιάδας. Η μυωπία, για παράδειγμα (από αυτήν έχω κάμποσους βαθμούς), ήταν ασύμβατη με τη ζωή, αφού ο μύωψ θα γινόταν εύκολα μεζεδάκι κάποιου αρπακτικού. Άρα όσο πιο νωρίς ξαφορτώνονταν η ομάδα τον μύωπα, τόσο μεγαλύτερο το κέρδος, τόσο λιγότεροι οι σπαταλημένοι πόροι, οι χαραμισμένοι για να μεγαλώσει ένα άχρηστο μέλος. Ακόμα ένα παράδειγμα, η ομοφυλοφιλία, ή έστω η ελαττωματική αρρενωπότητα (η χαμηλή τεστοστερόνη στα αγόρια), είναι επίσης ασύμβατες με την αναπαραγωγή και με την επιβίωση στην Ζούγκλα. Και οι πρωτόγονοι χρειάζονταν πολλά και δυνατά και νταβραντισμένα παιδιά, γιατί ζούσαν λίγο, και πολλοί πέθαιναν από τις αρρώστιες και από τα άγρια ζώα και τα διάφορα δηλητήρια.

Έτσι, για όλους αυτούς τους λόγους, Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ, ΟΣΟ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ… Αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά ένστικτα της Αγέλης. Να εγκαταλείψει στην τύχη του τον αδύναμο, και να συνθλίψει τον διαφορετικό.

Άλλο ένα ένστικτο της αγέλης είναι να ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΟ ΟΜΟΙΟ ΚΙ ΟΜΩΣ ΞΕΝΟ. Γιατί τα γονίδια της Αγέλης είναι αυτά που πρέπει να επικρατήσουν. Ο αρσενικός γάτος σκοτώνει εν ψυχρώ γατάκια που δεν είναι δικά του, αν τα βρει ανυπεράσπιστα. Και η αγέλη το ίδιο, ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΟΝ ΞΕΝΟ, ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΞΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ. Πιθανότατα με αυτόν τον τρόπο επικράτησαν οι πρόγονοί μας, οι Cro Magnon (Homo Sapiens Sapiens) έναντι των Νεάτερνταλ (Homo Sapiens Neaderthalensis). Ακόμα όμως και στην ιστορική περίοδο έχουν καταγραφεί γενοκτονίες ολόκληρων λαών, φτάνοντας έως και τα βρέφη στην κούνια…Σας το λέω, είναι πολύ άγριο ζώο, αυτός ο Homo.

Το βασικότερο τέλος ένστικτο της αγέλης είναι η ομαδικότητα. Η αίσθηση του να ανήκεις σε μιαν Ομάδα, που δίνει ασφάλεια, δίνει δύναμη, και απελευθερώνει πολύ πιο εύκολα όλα τα προηγούμενα ζωώδη ένστικτα. Αυτό είναι το ένστικτο που έδωσε -ισχύ στον φασισμό (fascia = η δεσμίδα, άρα η παράλληλη και συντονισμένη δράση), αυτό είναι το ένστικτο που τρελλαίνει τους χούλιγκανς, αυτό είναι το ένστικτο που νικάει στην μάχη έναν λιγότερο ομογενή εχθρό, με λιγότερη συνοχή.

Όλα αυτά τα ένστικτα, σε πιο συγκαλυμμένη μορφή, είναι που αφιονίζουν και μια ομάδα παιδιών, και τα κάνει να δέρνουν ή απλά να ταπεινώνουν ένα άλλο παιδάκι, το πιο διαφορετικό, ή το πιο αδύναμο, ή απλά τον πιο εύκολο στόχο.

Ας μην ξεχάσουμε και την σκληρότητα που δείχνουν τα παιδιά προς τα ζώα, έχει άμεση σχέση με τον φόνο του Άλεξ. Πριν από λίγες μέρες, μιλώντας με μια Ναουσαία κυρία 40κάτι χρονών, πρόσεξα στο μέτωπό της μια παλιά ουλή. Πώς το πάθατε, τη ρώτησα. Με πέρασαν για γάτα, μού απάντησε. Πώς είπατε, ξαναρώτησα, δεν κατάλαβα. Ήμουν έντεκα χρονών, μού λέει, και έπαιζα με ένα αγοράκι γύρω στα εννιά. Είχε σχεδόν νυχτώσει, και χωρίσαμε. Εγώ, μέσα σε μια διπλανή αυλή, νιαούρισα για πλάκα, και αυτός με πέρασε για γάτα, και μού πέταξε μια πέτρα.

Αυτό το φονικό ένστικτο, αυτή η δίψα για αίμα, που οπλίζει το χέρι ενός εννιάχρονου με μια φονική πέτρα για να σκοτώσει μια γάτα, ή ένα άλλο ανυπεράσπιστο μικρό ζωάκι, είναι, ΚΑΙ αυτό, πολύ ανεπτυγμένο σε πολλούς.

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΝΣΤΙΚΤΑ είναι που σκότωσαν τον Άλεξ. ΑΛΛΑ, το έτος 2006 της ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ μας χρονολογίας, σε μια χώρα ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΗ, σε μια ΠΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, τα ένστικτα ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να έχουν εξουδετερωθεί μέσω της ΑΝΑΤΡΟΦΗΣ, και μέσω της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.

Ο ανθρώπινος Πολιτισμός χιλιετίες τώρα, ο Χριστιανισμός εδώ και 2006 χρόνια, ο Διαφωτισμός και ο Ανθρωπισμός εδώ και κάποιους αιώνες, πολέμησαν και πολεμούν, να κατευνάσουνι τα ζωώδη ένστικτα, να προστατέψουν τον ελαττωματικό, τον διαφορετικό, τον αδύναμο. Είναι η Μάχη του ανθρώπου που θέλει να γίνει Άνθρωπος, του θηλαστικού ζώου που θέλει να γίνει ένα πνευματικό Ον, όμοιο με τον Τέλειο Θεό, το Υπέρτατο Πνευματικό Ον που κάποτε ο ίδιος φαντάστηκε κι επινόησε, προσπαθώντας να ξορκίσει τον αρχέγονο Φόβο της Φύσης και του Θανάτου.

Από εκεί κρεμόμαστε. Από την ελπίδα να γίνουμε κάποτε Άνθρωποι. Μόνο γι₼αυτό αξίζει να ζούμε. Μήπως, κάποτε, κάποιοι μακρινοί μας απόγονοι, γίνουν Άνθρωποι. Γι₼αυτό αξίζει να δίνουμε τις Μάχες μας. Τον Πόλεμό μας.

Στην Βέροια, χάσαμε τη μάχη, για μια ακόμα φορά. Οι γονείς, οι δάσκαλοι, ο περίγυρος των παιδιών αυτών, των ΦΟΝΙΑΔΩΝ αυτών, απέτυχε (αν υποθέσουμε ότι προσπάθησε) να τα μετατρέψει από αγρίμια σε Ανθρωπάκια, από αγέλη άγριων ζώων, σε μέλη μιας Κοινωνίας Ανθρώπων.

Όχι, η "παιδική αθωότητα", ΔΕΝ είναι αυθύπαρκτη, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ. Το ότι κάθε παιδί είναι ένα "λιλιπούτειο αγγελούδι" είναι άλλο ένα ψέμα, ένα κατασκεύασμα των ΘΛΙΒΕΡΩΝ ΚΟΡΑΚΙΩΝ ΤΩΝ ΜΜΕ, με μοναδικό σκοπό να εκβιάσουν ένα ακόμα δάκρυ, και να βάλουν ακόμα καναδυό ΔΙΑΦΗΜΊΣΕΙς στις βρώμικές τους τσέπες.......

Το ανθρώπινο παιδί είναι ένα μικρό ζωάκι, γεμάτο άγρια ένστικτα, που μπορεί όμως να μετατραπεί σε ανθρωπάκι, ίσως και σε Ανθρωπάκι. ΑΥΤΟ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ, δεν πρόκειται για μια αυτόματη, ΦΥΣΙΚΗ διαδικασία. Το αντίθετο μάλιστα. Το "φυσικό" είναι το άγριο, το βίαιο, το αποτρόπαιο. Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, αυτός είναι που είναι ΑΦΥΣΙΚΟΣ.

Πολλές οι αμαρτίες σου, Άλεξ, βαριές, και μαζεμένες. Δεν ήσουν απλά Ξένος, ήσουν ξανθούλης, ήσυχος, μαζεμένος, ευαίσθητος, δεν είχες πατέρα, φορούσες γυαλιά, έπαιζες πιάνο…

Άλεξ, ήσουν εσύ ένα Ανθρωπάκι ανάμεσα στ'αγρίμια. Δεν ταίριαζες με τα άγρια θηρία που είχες γύρω σου. ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΥΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΤΡΕΞΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΞΟΥΝ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ, ΧΥΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝΟΥΣ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΙΑ ΔΑΚΡΥΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΟΥΛΗΣΟΥΝ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙς ΠΑΡΑΠΑΝΩ.

Άλεξ, δεν μπορώ να σού υποσχεθώ τίποτα, δεν ξέρω αν η ανθρώπινη αγέλη, η ανθρωπότητα, θα γίνει κάποτε Ανθρωπότητα με Α κεφαλαίο. Θα ήθελα να το ελπίζω, για να μπορέσω κι εγώ να συνεχίσω να ζώ. Έχε γειά.

Saturday, April 22, 2006


Κάποια σχόλια στην παραπάνω εικόνα.

Κατά την τελευταία μου σαϊτότσαρκα στο ίντερνετ έπεσα πάνω στην εικόνα που εκθέτω επάνω. Χωρίς να θέλω να υπονοήσω κάτι κακό για την ευφυΐα των αναγνωστών μου θα υποπέσω στο παράπτωμα που συνήθως πέφτει η μητέρα μου να περιγράψω τι λέει και τι δείχνει για να αποκλείσω τυχών παρερμηνείες και να ανοίξω έτσι το δρόμο προς το σχολιασμό της. Η συγκεκριμένη λοιπόν εικόνα δείχνει μία φωτογραφία από εκείνες που κυκλοφόρησαν στα ΜΜΕ και που αποθανατίζουν τα βασανιστήρια των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής στους ιρακινούς κρατουμένους στις φυλακές. Στη συγκεκριμένη φωτογραφία απεικονίζεται μια αμερικανίδα πεζοναύτρια να έχει δέσει ένα λουρί στον λαιμό ενός γυμνού άντρα κρατούμενου και να τον σέρνει. Δεν θα σταθώ καθόλου στο ίδιο το γεγονός που απεικονίζονται μιας και δεν υπάρχουν πολλά να πούμε και ούτε σημεία για να διαφωνήσουμε.

Εκεί που θέλω να σταθώ είναι στο σλόγκαν που συνοδεύει την εικόνα: «smash the patriarchy – you go girl» (σπάσε την πατριαρχία – μπράβο κορίτσι μου). To «smash the patriarchy», για όσους δεν γνωρίζουν, αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα βασικά συνθήματα του φεμινιστικού κινήματος και όλων των συμπαθούντων σε αυτό κινημάτων. Τα κινήματα αυτά, έχοντας στην ιστορία τους να επιδείξουν μια αξιόλογη κριτική στην πατριαρχία ως τρόπο ιεραρχημένης δόμησης της κοινωνίας, υιοθετούν το συγκεκριμένο σλόγκαν για να προπαγανδίσουν τη στάση τους απέναντι σ’ αυτή. Ενώ συνεχίζω να μην έχω καμία πρόθεση να θεωρήσω το αναγνωστικό μου κοινό ηλίθιο, θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω λίγο περισσότερο για την πατριαρχία, μιας και αυτά που θα πω θα μου χρειαστούν στο να στηρίξω το βασικό μου επιχείρημα που θα εκφράσω αμέσως μετά.

‘Πατριαρχία: η κοινωνική οργάνωση όπου ανώτατος αρχηγός είναι ο πατέρας’, όπως θα έλεγε ένα λεξικό της ελληνικής. Είναι, αλλιώς, το πολιτικό σύστημα που τοποθετεί στην κορυφή της ιεραρχίας τον άνδρα δίνοντάς του την δυνατότητα να ασκεί εξουσία στις ομάδες που έχουν χαμηλότερη θέση στην ιεραρχία όπως οι γυναίκες, τα παιδιά, και εκείνοι/ες των οποίων τα κοινωνικά φύλα ή τα σώματά τους δεν υπάγονται στον παραδοσιακό διαχωρισμό ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα. Στην υιοθέτηση των συγκεκριμένων ρόλων που έχει σαν στόχο την διαιώνιση της εξουσίας του άντρα, έχουν εκπαιδευτεί όλα τα μέλη της κοινότητας από την πρώτη στιγμή της κοινωνικής τους ύπαρξης. Σε μια πατριαρχική κοινότητα, όπως είναι η κοινωνία μας, η εξουσία του άντρα δεν βασίζεται απλά σε κάποιον άγραφο νόμο μια πιθανής παράδοσης ή ενός εθιμικού δικαίου αλλά στηρίζεται και ενισχύεται από τους θεσμούς και τα όργανα της κοινωνίας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς. Οι θεσμοί και τα όργανα της κοινωνίας μέσα από τους νόμους, τα ιδρύματα και τους λόγους που ελέγχουν, είναι αυτά που ενισχύουν και διαιωνίζουν την εξουσία του άντρα, αιώνες τώρα. Έστω κι αν αυτό φαίνεται να γίνεται αρκετά συγκαλυμμένα, μια πιο ψυλλιασμένη ματιά θα δει ότι η απόλυτη στήριξη της εξουσίας του άντρα τελικά γίνεται απροκάλυπτα. Θα προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής δίνοντας κάποια παραδείγματα και κάνοντας κάποιες αναλογίες για να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις, ούτως ώστε το μη ηλίθιο αναγνωστικό μου κοινό, να σκεφτεί και να παράξει τα δικά του επιχειρήματα που θα τον πείσουν γι’ αυτό που λέω, αν φυσικά διαθέτει τουλάχιστον μια μικρή προδιάθεση να πειστεί. Πάμε λοιπόν.

Έστω κι αν σύμφωνα με το σύνταγμα κάθε (μάλλον) χώρας, οι πολίτες της θεωρούνται ίσοι μεταξύ τους, αυτό υπάρχει μόνο για τα μάτια του κόσμου, μιας και στην πραγματικότητα το αφεντικό, για παράδειγμα, δεν είναι ίσο με τον εργάτη του και αυτό υποστηρίζεται από κάθε δικαστήριο, εργατικό νόμο, αστυνομική δύναμη καταστολής, κτλ. Με τον ίδιο τρόπο, ένας οποιοσδήποτε ετεροφυλόφιλος δεν είναι ίσος με έναν ομοφυλόφιλο (αν και εφόσον ο δεύτερος έχει εκφράσει δημόσια την σεξουαλική του ταυτότητα) και για να πειστεί κανείς γι’ αυτό αρκεί να τους τοποθετήσει μαζί στο πλαίσιο για παράδειγμα του στρατού, του σχολείου, ή της οικογένεια για να καταλάβει την μεγάλη διαφορά στην εξουσία που ασκείται πάνω τους. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται άλλα παραδείγματα για να καταλάβουμε ότι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και η πατριαρχία. Όλοι οι οργανωμένοι θεσμοί της κοινωνίας (σχολείο, οικογένεια, δικαστήρια, κτλ) ενισχύουν την ιεραρχική τοποθέτηση του άντρα πάνω από τη γυναίκα. Ας σκεφτούμε δύο αδερφάκια, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι, που έχουν την ευτυχία αλλά και τη δυστυχία να μη ζούμε σε μια εναλλακτική οικογένεια (βλ. αριστερές, οικολογικές, χορτοφαγικές κτλ οικογένειες), σε μια οικογένεια σαν τον περισσοτέρων μας και ας σκεφτούμε σε ποιο από τα δύο παιδάκια θα δοθεί το σκήπτρο της αρχηγίας ήδη από πρώτα τους βήματα. Και αυτό δεν τελειώνει εκεί. Σε όποια σύγκρουση ανάμεσα σε ένα άντρα και μία γυναίκα, όλοι είμαστε έτοιμοι να πιστέψουμε τον άντρα, να κάνουμε τη γυναίκα να σιωπήσει γιατί ‘αυτό πρέπει να κάνει μια γυναίκα’ και αν τυχών η υπόθεση φτάσει στα δικαστήρια κλάφτα χαραλάμπαινα που πήγες να τα βάλεις με τον χαραλάμπη.

Με όλους αυτούς τους τρόπους, με όλους αυτούς τους λόγους, με μικρούς (‘πώς μιλάς έτσι κορίτσι πράμα’) ή με μεγάλους διαχωρισμούς (η δουλειά της νοικοκυράς δεν πληρώνεται και δεν ασφαλίζεται) χτίζεται η απόλυτη εξουσία του αρσενικού πάνω στο θηλυκό. Το σύστημα αυτό λέγεται πατριαρχία. Λόγω της ύπαρξης αυτού του πολιτικού συστήματος και, επαναλαμβάνω γιατί είναι πολύ σημαντικό, λόγω της στήριξής του από τους θεσμούς της κοινωνίας, δύναται κάθε άντρας να ασκεί εξουσία σε κάθε γυναίκα κάνοντας χρήση του κοινωνικού του φύλου και μόνο.

Αρκετά με την πατριαρχία, άλλωστε αν δεν σας έπεισα ανοίξτε κανένα φεμινιστικό κείμενο για να ξεστραβωθείτε γιατί δεν έχω χρόνο για τέτοια. Θέλω να πω όμως κάτι παραπάνω στο ‘δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς’ που χρησιμοποίησα παραπάνω. Επειδή κατά καιρούς πέφτω πάνω, και εσείς είμαι σίγουρος, σε ατάκες του στιλ ΄ο γκόμενός μου με καταπιέζει γιατί όλο πάμε και βλέπουμε θρίλερ και ταινίες με ζόμπι και δε με πάει ποτέ να δούμε Κεν Λόουτς’ και επειδή όπως λέει και η Μαφάλντα ‘το κακό με τα αφτιά είναι ότι ακούνε κάτι τέτοιες βλακείες’ ράπτομαι της ευκαιρίας να πω δυο τρία πραγματάκια για την καταπίεση. Καταπίεση μπορεί να ασκήσει κάποιος σε κάποιον άλλο μόνο εφόσον έχει εξουσία πάνω του. Και για να έχει κανείς εξουσία πάνω σε κάποιον άλλο, όπως είπα και παραπάνω και σίγουρα σας έπεισα, πρέπει να έχει εξουσιοδοτηθεί από κάποιον κοινωνικό θεσμό. Ο ένας γκόμενος στον άλλο δεν μπορεί να ασκήσει καμία εξουσία αφού αυτή δεν εκπίπτει σε καμία κοινωνική σύμβαση.

Και επιστρέφω πάλι στην παραπάνω εικόνα και πιο συγκεκριμένα στο σλόγκαν που γράφεται επάνω, και που θέλω να σχολιάσω. Το συγκεκριμένο μήνυμα θέλει να μιλήσει για την πιθανή αντιστροφή των ρόλων και της εξουσίας που θα μπορούσε να ασκήσει μια γυναίκα σε έναν άντρα και με τον τρόπο αυτό να κάνει ένα μάλλον ειρωνικό σχόλιο για το σύνθημα κατά της πατριαρχίας. Για μια στιγμή αυτό το μήνυμα με έπεισε. Και σκέφτηκα ότι είναι καλή να φάση να έχουμε στο νου μας ότι μια άκριτη πολεμική σε μια κατάσταση θα μπορούσε πιθανά να αντιστρέψει τα πράγματα και να έχουμε μια το ίδιο ή περισσότερο βίαιη εξουσία από το άτομο που μέχρι πριν δέχονταν την εξουσία προς τον εξουσιαστή του. Αυτή όμως η ρηχή σκέψη μου δεν κράτησε πολύ. Το ερώτημα που μου μπήκε ήταν: «είναι αυτή γυναίκα;»

Είναι γυναίκα αυτή που απεικονίζεται σ’ αυτή τη φωτογραφία; Την εξουσία που εμφανώς ασκεί στον πεσμένο άντρα την ασκεί ως γυναίκα; Για να ασκήσει δηλαδή την εξουσία της αυτή κάνει χρήση του κοινωνικού της ρόλου ως γυναίκα; Αν ναι, τότε δεν έχω κανένα λόγο να διαφωνήσω με αυτούς που έγραψαν αυτό το σλόγκαν, όποιοι κι αν είναι αυτοί, και να πω κι εγώ «μπράβο κοπέλα μου». Αλλά δεν νομίζω ότι η εικονιζόμενη είναι γυναίκα.

Η εικονιζόμενη είναι μια δεσμοφύλακας. Ανήκει στο στρατό που έχει νικήσει τον πόλεμο και έχει κατακτήσει τη χώρα του πεσμένου και δεμένου άντρα. Πιθανά κρατάει όπλο, αν όχι αυτή, τότε σίγουρα οι συνάδελφοί της που είναι δίπλα της και είναι έτοιμη να την καλύψουν. Για όλους αυτούς τους λόγους, και για έναν κάρο ακόμα τέτοιους, δύναται αυτή η φιγούρα να ασκεί εξουσία στον εικονιζόμενο άντρα. Χρησιμοποιώ το ‘φιγούρα’ ως μια προσπάθεια να μιλήσω για μία άφυλη παρουσία μιας και το αν έχει βυζιά, μουνί ή πούτσο δεν έχει καμιά σημασία στην παρούσα κριτική. Το αν είναι και ο αιχμάλωτος άντρας ή όχι επίσης δεν έχει σημασία. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι και εκείνος δεν είναι άντρας αλλά απλά αιχμάλωτος του εχθρού και άρα όλη η εικόνα με το σλόγκαν που τη συνοδεύει είναι άκυρη. Και πιθανά να είχε δίκαιο.

Το θέμα όμως που εγώ θέλω να συζητήσω είναι το κατά πόσο έγκυρο είναι το σχόλιο που κατευθύνεται στη ‘γυναίκα’. Αυτή λοιπόν η μορφή δεν ασκεί την εξουσία που ασκεί ως γυναίκα (το ξαναείπα αυτό;). Ακόμα και αν κάποιος ευκολόπιστος πίστευε ότι η κοπέλα αυτή πήγε στο Ιράκ για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των γυναικών, που εδώ και τόσους αιώνες καταπιέζονται κάτω από τις μπούρκες τους από τους ισλαμιστές άντρες, και άρα βασανίζει τον ιρακινό ως γυναίκα που βρήκε την ευκαιρία να εκδικηθεί όλους τους άντρες στο όνομα όλων των γυναικών, πάλι δεν το κάνει ως γυναίκα. Και δεν το κάνει ως γυναίκα γιατί δεν μπορεί να το κάνει ως γυναίκα μιας και καμία κοινωνία δεν την έχει εξουσιοδοτήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Και δεν μπορεί κανείς να ασκήσει εξουσία αν δεν τον έχει εξουσιοδοτήσει κάποιος θεσμός, κάποια κατάσταση, ή κάποια κοινωνία, όπως αναλυτικά είπα πολλές φορές παραπάνω. Και η γυναίκα δεν έχει εξουσία ως γυναίκα γιατί αυτήν την εξουσία, η πατριαρχική κοινωνία, την έχει δώσει όλη στον άντρα. Μόνο, και επαναλαμβάνω, μόνο ο άντρας μπορεί να ασκήσει εξουσία απλά επειδή είναι άντρας. Της γυναίκας, λοιπόν, δεν της μένουν πολλές επιλογές από το να μπορεί να ασκήσει εξουσία ως μάνα στο παιδί της, ως αφεντικό στον εργάτη της, ως δήμαρχος στους πολίτες της, ως υπουργός των εξωτερικών μιας υπερδύναμης στους υποτελείς της, αλλά κάνοντας χρήση αυτών της των ρόλων και όχι του κοινωνικού της ρόλου ως γυναίκας.

Για τους παραπάνω λόγους η παραπάνω σύνθεση φωτογραφίας και σλόγκαν είναι τελείως άκυρη, πρόχειρη και απλοϊκή αλλά φανταστείτε να μην υπήρχε…τότε δεν θα είχα γράψει εγώ αυτό το κείμενο. Στο επόμενο κείμενό μου διερευνώ τον τρόπο με τον οποίο θα ανασκεύαζε ο Στάλιν το τσιτάτο του «δε μπορείς να κάνεις ομελέτα αν δεν σπάσεις μερικά αυγά» σε ένα οικοσύστημα όπου τα αυγά είναι άθραυστα.

Γιατί όμως όταν ένα κείμενο τελειώνει κι νομίζω ότι πραγματικά έχω πείσει αυτούς που το διαβάζουν, μου μπαίνουν αμφιβολίες για το αν έχω πείσει εμένα; Θα το κάνω πιο κατανοητό. Αφού ουσιαστικά μίλησα για τους εξουσιαστικούς ρόλους και το με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να τους αναγνωρίζουμε και να τους σκεφτόμαστε για να μην καταλήγουμε σε ισοπεδωτικές προσεγγίσεις του τύπου «όλοι ασκούν εξουσία σε όλους και σε όλους ασκείται εξουσία», μου μπήκαν κάποια ζιζάνια. Τι γίνεται με την εξουσία του όμορφου στον άσχημο; Του επιτυχημένου στον αποτυχημένο; Του γιατρού στον ασθενή; Του υγιούς στον ασθενή; Ποια από αυτές τις περιπτώσεις πάει κατευθείαν στο παράδειγμα με τους γκόμενους όπου απλά δεν υφίσταται εξουσία και άρα καταπίεση αλλά δεν έχουμε άλλη λέξη να το εκφράσουμε, και σε ποιες περιπτώσεις υπάρχει θεσμική εξουσιοδότηση από πίσω που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για άσκηση εξουσίας; Αναγνωστικό μου κοινό, σίγουρα δεν είσαι ηλίθιο, βοήθησέ με….κάνω κάτι λάθος;

Sunday, April 09, 2006

(όποια θα ήθελε κάποιο από τα αυτοκόλητα σε μεγαλύτερο αρχείο για εκτύπωση θα μπορούσε νa μου στείλει ένα μύνημα: tillbetter@gmail.com)

Wednesday, March 15, 2006

























































end of the performance




the swan is dead

Saturday, January 21, 2006


Και ενώ την περασμένη εβδομάδα νομοθετείται η άρση της μονιμότητας στο δημόσιο τομέα, υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης έκανε την παρακάτω δήλωση: «δεν επιτρέπεται το ¼ του πληθυσμού να έχει ειδικά προνόμια» εννοώντας τη μη μονιμότητα που ισχύει στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η εξίσωση των δικαιωμάτων προς τα κάτω, δεν με ξενίζει και είναι σίγουρα σημείο των καιρών. Μάλιστα ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει και μια καλή ιδέα αν αυτή εφαρμοστεί και σε άλλες περιπτώσεις. Στο γάμος για παράδειγμα. Μήπως, αφού κάποιοι δεν έχουν αυτό το ‘προνόμιο’, να αρθεί ως δικαίωμα από όλους; Αυτό σίγουρα θα ήταν ενδιαφέρον. Νομίζω τελικά ο τύπος είναι πολύ μπροστά…

Saturday, January 07, 2006

Ζευγαροσχέση

ή αλλιώς








γιατί η Κάντυ έψαχνε το(ν) Τέρι και γιατί δεν τον βρήκε

Η ετεροροκανονική κοινωνία των ετεροφυλόφιλων έχει δομηθεί ολόκληρη στις σχέσεις ζευγαρώματος. Η οικογένεια είναι η θεσμοθέτηση αυτής τη τάσης και για το ποιος είναι ο ρόλος της στην επιβολή κοινωνικών μοντέλων δε θα έφτανε να γράφουμε για μέρες. Αυτό που καταλήγει να γίνει οικογένεια είναι η σχέση ζευγαρώματος. Ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι λόγοι που οδηγούν δύο ανθρώπους να “τα φτιάξουν”; Τί αποτέλεσμα έχει αυτό; Τί κερδίζουν και τί χάνουν μέσα σε μία σχέση; (προσοχή … ακολουθούν κάποιες σκέψεις)

Οι ζευγαρωμένοι έχουν τελικά μικρότερη κοινωνικότητα από τους άλλους; Όταν το ζευγάρι είναι αυτό που φεύγει πάντα πιο νωρίς από μία παρέα και που δεν συμμετέχει συχνά στις πιο εξτρέμ προτάσεις της (βλ. νυχτερινά μπάνια, ξενύχτια, σέα, μέα, κοκ), αυτό τους πάει πίσω κοινωνικά; Έχουν λιγότερους φίλους; Έχουν φίλους μέσα στην παρέα; Έχουν παρέα; Τους ενδιαφέρει αυτό; Θα τους στοιχήσει το ίδιο να χάσουν ένα φίλο όπως αν δεν είχαν σχέση; Μάλλον όχι. Το ρίσκο είναι μικρότερο. Ο μοναχικός άνθρωπος, μη έχοντας άλλη επιλογή μπαίνει με άλλο τρόπο σε μια σχέση μη σεξουαλική. Αντίθετα, ο ζευγαρωμένος, έχει την καβάτζα του και αυτό του δίνει μια άλλη δύναμη προσέγγιση της μη σεξουαλικής σχέσης.

Μεγάλη υπόθεση η καβάτζα. Ειδικά στο σεξουαλικό. Ουσιαστικά, ειδικά οι βραδινές έξοδοι σε πολυκοσμικούς χώρους εμπεριέχουν μία διάθεση ερωτικού παιχνιδιού. Δηλαδή βγαίνεις για να ψωνιστείς, έστω και το λες διαφορετικά αν είσαι str8. Οπότε τα μπαράκια και τα club είναι για μπακουροπαρέα. Το μπακούρι ψάχνει, πιάνει τα βλέμματα, κοιτάζει τα σώματα, φλερτάρει. Ο ζευγαρωμένος, ως ζευγαρωμένος, ή δεν έχει ακολουθήσει στο χώρο που γίνονται αυτά, ή ήρθε και είναι ψιλοξενέ τόσο για την παρέα όσο και για το υπόλοιπο μαγαζί, ή, τέλος, πήγε για να φορέσει κάνα κέρατο όπου αυτό και αν φαίνεται. Σίγουρα τα παραπάνω δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γενικευτούν αφού ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του θέση στον κοινωνικό χώρο είτε μέσα σε ζευγαροσχέση είτε όχι. (Υπερβάλω για να καταδείξω μία διαφορά που πιστεύω κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ανάμεσα στους έχοντες ζευγαροσχέση και στους άλλους).

Είναι γεγονός ότι μέσα σε ένα gay μπαρ, το ζευγάρι το κοιτάνε όλοι. Ίσως είναι το γεγονός ότι τα μέλη του ζευγαριού συνήθως δεν αποκρίνονται στα λοιπά ερωτικά καλέσματα που κάνει τους υπόλοιπους να σκυλιάζουν. Είναι μεγάλο θέμα να έχεις το σεξ όποτε το θέλεις χωρίς να χρειάζεται να το ψάχνεις.

Η σχέση ήταν για μένα μια ανάγκη για κανονικότητα. Μικρός ζήλευα πολλά από τα σημεία των σχέσεων που είχαν οι φίλοι μου. Υπήρχε μια συγκεντρωμένη συντροφικότητα, μια αλληλεγγύη, μια ασφάλεια. Κανονίζαν τί θέλουν να κάνουν μόνοι τους και όποιος ήθελε θα μπορούσε να ακολουθήσει. Η ζευγαροσχέση είναι η πιο ευέλικτη ομάδα. Βέβαια, σύμφωνα με την άλγεβρα, τρία άτομα χρειάζονται για τη δημιουργία μιας ομάδας. (προσοχή… ακολουθούν μαθηματικά…αλλά από αυτά της αφήγησης, τα πιο χαλαρά). Τα τρία άτομα συνολικά δύναται να δημιουργήσουν μεταξύ τους έξι σχέσεις, και είναι η πρώτη φορά που οι σχέσεις που δημιουργούνται είναι περισσότερες από τα μέλη της ομάδας, κάτι που στην θεωρία ομάδων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση. Άσχετα με τα μαθηματικά, εγώ ξέρω ότι δύο άτομα φτιάχνουν την πιο ευέλικτη ομάδα. Χρειάζεται μόλις 2 ψήφους για να υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία, άρα η ομοφωνία επιτυγχάνεται σχετικά γρήγορα απ’ ότι σε πιο πολυπληθείς ομάδες. Σίγουρα είναι πιο εύκολο να έχει κανείς σχέση με έναν άνθρωπο από να έχει με περισσότερους. Και αυτό το βλέπουμε σε ένα κάρο κόσμο ως επιλογή.

Εγώ λοιπόν βαρέθηκα αυτήν την απόλυτη ελευθερία της ατομικότητάς μου. Βαρέθηκα να έρχεται καλοκαίρι και να μπορώ να πάω οπουδήποτε με οποιονδήποτε και μετά να φύγω για όπου αλλού με όποιον άλλον. Βαρέθηκα να παίρνω μόνος μου αποφάσεις για τη ζωή μου. Οι φίλοι πολλοί, άλλα όλοι δεσμεύονται μόνο μέχρις ενός σημείου, αφού… ‘δεν είστε και ζευγάρι’.

Η ατομικότητα μέσα στη ζευγαροσχέση εκφράζεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Πώς θα ήταν άραγε η ατομικότητα κάποιου έξω από τη σχέση του; Τί θα φορούσε; Θα πήγαινε σινεμά; Τί θα έτρωγε; Θα είχε φίλους; Ότι και να ήταν, για πολλούς δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα ούτε για απλή σκέψη - δεν ήταν ποτέ μόνοι τους. Οι ανάγκες, οι συνήθειες και γενικά η συνολική επιτέλεση όλων των αισθησιοκινητικών διαδικασιών που ορίζει το πρωτόκολλο μιας ζευγαροσχέσης, έχουν διαμορφώσει μία σιαμαία ατομικότητα όπου κάθε αποχωρισμός θα αποτελούσε μοιραίο. Έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια για αυτό. (Όχι όμως τόσο πολλά όσο για τους έρωτες που δεν έχουν να κάνουν με σχέση).

Εγώ έκανα σχέση γιατί πολύ ξεκάθαρα έψαχνα για σχέση. Το φίλτρο ήταν εξαιρετικά ενεργοποιημένο. Κάθε νέα γνωριμία έπαιρνε αμέσως το χαρακτηρισμό της: φίλος, σέξ ή σχέση; Λιγότερη αναμονή είχε η δεύτερη θέση. Πιο εύκολα θα μπορούσα να κοιμηθώ με κάποιον, αλλά αυτόν με τον οποίο θα μπορούσα να ξυπνήσω θα τον περνούσα μετά από τα μύρια φίλτρα της ζευγαροσχέσης. Αν δεν τα ικανοποιούσε θα απογοητευόμουνα και θα πήγαινα στον επόμενο, πάντοτε ψάχνονταν τον the one, αυτόν με τον οποίο θα έκανα σχέση. Μέσα σ’ αυτό το αλισβερίσι, προέκυπταν και οι φίλοι. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται έξω από σχέση ένιωθα ανολοκλήρωτος. Έστω και αν είχα περάσει τέλεια ένα βράδυ με την παρέα μου, την στιγμή που όλοι θα την κάνανε με τα ταίρια τους, θα ένιωθα την απόλυτη δυστυχία και θα έπαιρνα τους δρόμους για να βρω και εγώ το δικό μου. Ποτέ δεν εκτιμούσα το άδειο μου κρεβάτι και την αγκαλιά του μαξιλαριού μου. Και τότε ήταν που κάθε βλέμμα στο δρόμο για το σπίτι αποκτούσε νόημα, ήταν οι τελευταίες ελπίδες. Τα προφίλ στο διπλανά αυτοκίνητα, οι μοναχικοί διαβάτες, οι μεθυσμένοι, οι τελευταίοι της κάθε μέρας. Τώρα όλα αυτά άλλαξαν. Υπάρχουν στιγμές που εγώ και το μαξιλάρι μου θέλουμε να μείνουμε μόνοι, να θυμηθούμε τα παλιά, αλλά αυτό το διαχειρίζομαι με νέες, πιο ασφαλείς διαδικασίες.

Ναι, δεν μπορώ να πω, ο βαθμός κανονικότητας της σχέσης είναι αρκετά ανεβασμένος. Αν έχεις σχέση, κοινονικοποιείσαι πιο εύκολα. Βασικά είναι λυμένο το σεξ. Δηλάδή το’ χεις όποτε γουστάρεις. Εκτός βέβαια απ΄ όταν ο σύζυγος έχει πονοκέφαλο ή περίοδο. Πάντως δε λιώνεις σόλες στο πεζοδρόμιο. Ή στις πίστες. Ή και στα δύο. Είμαι χαρούμενος που δεν τρέχω από πάρκο σε μπαρ και από μπαρ σε πάρκο. Έχω περισσότερα λεφτά, κάνω πιο γρήγορα ντουζ στο κολυμβητήριο, δεν κινδυνεύω να τρακάρω κάθε φορά που περνάω έξω από την πυροσβεστική και έχω χρόνο για μένα και χώρο στον εγκέφαλό μου, για να επεξεργαστώ άλλα ζητήματα από αυτά του sex in the city.

Η σχέση είναι τόσο κυρίαρχο μοντέλο που προσφέρει μία κανονικότητα ακόμα και στις ακραίες περιπτώσεις μη κανονικότητας όπως οι gay, οι λεσβίες, οι τρανς και τα λοιπά τέρατα της ετεροκανονικότητας. Είμαι σίγουρος πως άμα το έλεγα στη μάνα μου...με σχέση από το να της το έλεγα...χωρίς σχέση, σίγουρα θα είχε μεγάλη διαφορά. Όχι ότι θα χαιρόταν...άλλά να, αν δεν ήταν τίποτα μαύρος να περιπλέξει κι άλλο την κατάσταση, θα αισθανόταν μια ανακούφιση. Αυτό που θα πάθαινε, ένας γνωστικός ψυχολόγος θα την έλεγε ‘γνωστική σύγρουση’. Ένας κοινωνιολόγος, ‘εγκατάλειψη ενός στερεοτύπου’. Ένας ψυχαναλυτής, ενώ θα έπαιρνε τα περισσότερα, θα κουνούσε λίγο το κεφάλι του. Ας κάνουμε λοιπόν έναν οξύμωρο παραλογικό συλλογισμό: Ο γιος μου είναι πούστης - οι πούστηδες είναι εκείνα τα άρρωστα, εξαθλιωμένα, μοναχικά, ανώμαλα, πράγματα που είναι συνεχώς δυστυχισμένα, αφού σε όλη τους τη ζωή θα είναι μόνα και το ξέρουν- ο γιος μου έχει σχέση (ουπς- σύγκρουση- μάνα παρτ’ αλλιώς), ο γιός μου δεν είναι μόνος - ο γιος μου δεν είναι ένα εκείνα τα άρρωστα, εξαθλιωμένα, μοναχικά, ανώμαλα, πράγματα που είναι δυστυχισμένα αφού σε όλη τους τη ζωή θα είναι μόνα και το ξέρουν (;;;;;), ούπς! Α!, ξέχασα να σας πω, η γνωστική σύγκρουση δεν πετυχαίνει τόσο εύκολα, θέλει πολύ περισσότερο για ένα στερεότυπο να καταρεύσει. Γιατί ο πούστης που έχει σχέση, έχει σχέση με έναν άλλο πούστη και τώρα γίνανε δύο οι πούστηδες όποτε φαίνονται πιο πολύ και πιο πολλοί και τί να διαλέξεις τελικά σαν μάνα και συ; Δεν ξέρω τί θα ήταν τελικά πιο εύκολο να αποδεχτεί κανείς: τον μοναχικό πούστη γιο που θα μείνει για πάντα μόνος και δυστυχισμένος ή να γνωρίσουμε τον άλλον, αυτόν που γαμάει το γιο μας, για να ηρεμήσουμε; Το πρόβλημα του πούστη , που παραμένει μέσα σε σχέση ή έξω από αυτή, είναι ότι δεν θα γεράσει με γυναίκα που ως γνωστόν, πέραν από καλύτερη νοσοκόμα από έναν άντρα, είναι η μοναδική που μπορεί να προσφέρει την ευτυχία του φυσιολογικού. Η μοναξιά του πούστη αναφέρεται άμεσα στην έλλειψη της γυναίκας και ως εκ τούτου και με γκόμενο ακόμα, ο πούστης είναι ίσως δυο φορές μόνος. Αυτές θα μπορούσε να είναι πρώτες σκέψεις, σε δεύτερο επίπεδο η ύπαρξη της σχέσης θα μαλάκωνε τον πόνο και την ανησυχία των γονέων του πούστη. Είπαμε, το μοντέλο είναι κυρίαρχο και ως εκ τούτου εύκολα καταναλώσιμο.

Σχέσεις είναι το κυρίαρχο μοντέλο. Είναι τόσο κυρίαρχο που σίγουρα ένα μεγάλο ποσοστό θα θεωρούσε τον άνθρωπο από τη φύση του ζευγαρωμένο. Ο χριστιανισμός το είπε ξεκάθαρα.... η γυναίκα φέρει το νεφρό του άντρα, που σαν φιλεύσπλαχνος και αρτιμελής της έδωσε τον ένα του νεφρό για να κι αυτή η καημένη ημιτελής. Έτσι όταν τα μωρά μου είναι μόνα τους έχουν από ένα νεφρό και ως εκ τούτου η μοναξιά θέλει συχνή αιμοκάθαρση.

Η σχέση έχει ουκ ασήμαντο κοινωνικό βάρος. Όταν δύο άνθρωποι έχουν σχέση, έχουν ήδη φτιάξει μια δομή και αυτό είναι πολύ αναγνωρίσιμο. Τα ζευγάρια σε οποιαδήποτε ομάδα έχουν άλλο βάρος. Ένας καλός τρόπος να ενταχθείς σε μία ευρύτερη ομάδα είναι τα φτιάξεις με κάποιον από κει ή να πας και τον γκόμενό σου. Πολλές φορές αρκεί και μόνο να πεις ότι έχεις γκόμενο για ανέβεις στην εκτίμηση της ομάδας, για λόγους που προείπα.

Αν δεν έχεις σχέση πάλι, τρως σόλες όπως επίσης προείπα. Αλλά τρώγοντας σόλες κάνεις άλλες σχέσεις. Φιλικές πολλές φορές. Και δεν χρειάζεστε τα μαθηματικά να μας πούνε πόσες περισσότερες σχέσεις δημιουργούνται εκεί έξω από τις δύο σχέσεις των δύο ατόμων. Πάντα κάτι λείπει, όπως είπε μετά από πολλά (λεπτά και λεφτά) ο ψυχαναλυτής μου.

Εμένα μου αρέσει που έχω σχέση. Αισθάνομαι πιο κανονικός και τώρα έχω ανάγκη να είμαι λίγο κανονικός. Σαν από αυτούς. Για λίγο, ίσα για να ξεκουραστώ. Και μετά θα δω τί θα κάνω γιατί βρε αδερφέ «μόνοι μας γεννιόμαστε - μόνοι μας πεθαίνουμε» (μπλιαχ). Δεν ξέρω γιατί κάνω όλη αυτήν την προσπάθεια αποδόμησης. Ο ψυχίατρός μου μου είπε ότι αυτές οι αποδομήσεις δεν μου κάνουν πολύ καλό και ότι καλό θα ήταν να μην αμφισβητώ τα πάντα αλλά να έχω έναν άξονα να βλέπω τα πράγματα τον οποίο να μην τον θίγω, και να διαβάσω Αλτουσέρ. Λάθος, ξέρω γατί το κάνω. Για μην καταντήσω σαν εκείνα τα ζευγαράκια που μου ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι. Για να φτιάξω μια σχέση σύμφωνα με τις δικές μου ανάγκες, για να μην αντιληφθώ κάποια στιγμή μετά από χρόνια ότι έχασα ένα κάρο πράγματα και ανθρώπους στην προσπάθειά μου να εναρμονίσω τις συνήθειές μου με αυτές του one, που τελικά έγινε minus one, και γιατί το κυρίαρχο πάντα μου μύριζε κάτι σε χυμένο γάλα και δεν μπορώ να το φάω έτσι.


Α!! ναι, ξέχασα.... Όπως καταλαβαίνετε από τα παραπάνω, αν η Κάντυ εύρισκε τον Τέρι, θα τελείωνε και η σειρά, γιατί η ζωή είναι εκεί έξω.

Ελίζα

Thursday, January 05, 2006

Περί έρωτα:
Έρωτας είναι το σύνολο των συναισθημάτων που κάποιος με έκανε να αισθανθώ. Κινήσεις που έκανα. Σκέψεις. Που τα έκανα ίσως για πρώτη φορά, ίσως όχι. Αλλά που τα έκανα με αφορμή και αιτία κάποιον. Αν δεν υπήρχε αυτός τίποτα από όλα αυτά δεν θα υπήρχε. Όλα όμως αυτά είναι δικά μου. Εγώ τα αισθάνθηκα, εγώ τα σκέφτηκα, εγώ τα γεύτηκα. Αυτά, τα δικά μου, είναι που μου λείπουν όταν φεύγει. Δε μου λείπει αυτός. Μου λείπουν τα πράγματα που έκανε σε μένα. Μου λείπουν τα πράγματα που έπαθα. Αυτά είναι συνειρμικά συνδεδεμένα με κείνον. Είναι όμως δικά μου. Ίσως τα ξανααισθανθώ. Κάποια άλλη στιγμή, με άλλη αφορμή και αιτία. Αφορμή και αιτία όμως δε θα μπορούσε να αποτελέσει ο οποιοσδήποτε, οποτεδήποτε. Γι αυτό και δεν είναι μόνο συνειρμική η σύνδεση του αυτού με τα πράγματα που μου δημιούργησε. Είχε αυτό, που η ετοιμότητά μου να απολαύσω, δημιούργησε ή έφερε κοντά μου ή και τα δύο. (Prigodis, 2004)

Αν ο έρωτας είναι μία νοητική κατασκευή , εξ’ ορισμού είναι ατομικός και δεν μοιράζεται. Για να το αποδείξω αυτό θα χρειαστεί να ακολουθήσω την αντίθετη διαδρομή από αυτή που ακολουθείται συνήθως για να δικαιολογήσει κάποιος την ανεξάρτητη ύπαρξη μιας έννοιας, πέραν από ένα γνωστικό σύστημα που την κατασκεύασε και την αντιλαμβάνεται. Έτσι, όταν κάποιος λέει για παράδειγμα ότι ο αριθμός, ή ο χρόνος, αποτελούν μια νοητική κατασκευή, η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να αποτελούν νοητική κατασκευή από την στιγμή που τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι τους μοιράζονται. Μια νοητική κατασκευή είναι λοιπόν ατομική περιουσία. Έτσι λοιπόν, ο έρωτας, ως νοητική κατασκευή είναι κατασκεύασμα του ενός. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορούν δύο άνθρωποι να είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Απλώς, ο κάθε ένας από αυτούς απολαμβάνει έναν δικό του έρωτα και σε καμία περίπτωση ο έρωτας δεν είναι κοινός.

Ο έρωτας, όπως κάθε νοητική κατασκευή, βασίζεται στη βασική ικανότητα του ανθρώπου για αφηρημένη σκέψη. Τίποτα στη φύση δεν είναι δύο. Το δύο είναι μία αφηρημένη ενέργεια να βλέπουμε κάτι κοινό ανάμεσα σε δύο παιδιά και δύο πορτοκάλια. Ας μη ξεχνάμε πως ‘ένα κι ένα ίσον δύο’ είναι ένα φρικτό ψέμα. Μια σταγόνα βροχής στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και άλλη μία κάνουν μια μεγάλη που έτρεξε και χάθηκε. Ας δούμε λίγο τί λέει ο Μπόρχες για το αφημένο και τον έρωτα. «Το αφηρημένο μπορεί να είναι πιο έντονο από το συγκεκριμένο. Τα παραδείγματα δε λείπουν. Παιδί, περνούσα ένα καλοκαίρι στη βόρεια επαρχία του Μπουένος Άιρες: η απέραντη πεδιάδα, οι άντρες που πίναν το ματέ τους στην κουζίνα μ΄ενδιέφεραν ζωηρά, όμως η χαρά μου ξεπέρασε τα όρια σαν έμαθα πως εκείνος ο τόπος ήταν η ‘πάμπα’ και πως εκείνοι οι άντρες ονομάζονταν ‘γκάουτσος’. Το ίδιο ισχύει και για τον ερωτευμένο που δεν του λείπει η φαντασία. Το αφηρημένο (η αδιάκοπη επανάληψη του αγαπημένου ονόματος, ο τύπος, η πατρίδα, το θαυμάσιο μέλλον που ονειρεύεται για τον καλό του) υπερισχύει των αληθινών χαρακτηριστικών, που γίνονται ανεκτά χάρη στα προηγούμενα.»

Τί άλλο να πει κανείς για την αφαίρεση που συμβαίνει στον έρωτα πέραν από το βασικό του χαρακτηριστικό που είναι οι φανταστική παρουσία και οι διάλογοι που την συμπληρώνουν: «Αν ήταν εδώ μαζί μου σ’ αυτή την ταινία, θα έλεγε αυτό, και εγώ θα του έλεγα αυτό και αυτός θα χαμογελούσε και μετά θα μου έλεγε αυτό για με πειράξει και εγώ θα έκανα ότι δε με πείραξε και θα απαντούσα αυτό με ένα σαρκαστικό ύφος και αυτός τότε θα έπιανε τα τσιγάρα του και θα μου έκλεινε το μάτι». Αυτό, και η αναπάντεχη αλλαγή που δεν αφήνει πίσω της καμία απορία.

Saturday, December 31, 2005



Ο Σύλλογος Gay Φίλων του Πυροσβέστη (ΣGΦΠ), καλεί τα μέλη του να λάβουν μέρος στην εκδρομή που θα διοργανώσει για τα μέλη και τους φίλους την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2005. Η εκδρομή θα έχει προορισμό τις εγκαταστάσεις της Πυροσβεστικής Ακαδημίας στην Κάτω Κηφισιά. Εκεί θα έχουμε να ευκαιρία να γνωρίσουμε τα τμήματα νεοσυλλέκτων, και να παρακολουθήσουμε μέρος από την σκληρή τους εκπαίδευση που περιλαμβάνει ασκήσεις ετοιμότητας με πλήρη εξάρτηση καθώς και σωματικές ασκήσεις για φυσική κατάσταση σε αστικό και δασικό περιβάλλον. Το μεσημέρι θα έχουμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε τους εσωτερικούς χώρους της ακαδημίας, κοιτώνες, ντουζ και γυμναστήρια και να έρθουμε σε επαφή με τον τρόπο που οι εκκολαπτόμενοι πυροσβέστες περνούν την ώρα τους μετά την πρωινή εκπαίδευση.
Η διοίκηση της ακαδημίας θα προσφέρει στους εκδρομείς μεσημεριανό γεύμα στο εστιατόριο των εγκαταστάσεων, μαζί με τους σπουδαστές. Εκεί θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον άνθρωπο πυροσβέστη και να του προσφέρουμε για λίγη ώρα φιλική συντροφιά, μια ζεστή κουβέντα και ίσως μια καλή συμβουλή.
Το απόγευμα θα επισκεφτούμε το μουσείο της σχολής όπου εκτίθενται παλιές και νέες πυροσβεστικές στολές, εξαρτήματα, οχήματα και μια μεγάλη συλλογή από φωτογραφικό υλικό που αφορά το ανθρώπινο δυναμικό της πυροσβεστικής. Θα ακολουθήσει ένα ελεύθερο δίωρο όπου θα μπορεί ο καθένας από μας να κινείται ελεύθερα στους χώρους της σχολής, ντυμένος.
Τέλος, νωρίς το απόγευμα θα παρακολουθήσουμε μια επίδειξη διάσωσης θυμάτων σεισμού από μέλη της ΕΜΑΚ. Ένας τυχερός από μας θα έχει την ευκαιρία να παραστήσει το θύμα που θα απεγκλωβίσει από τα συντρίμμια ο ειδικός της ΕΜΑΚ. Στο τέλος της επίδειξης κάθε συμμετέχον θα λάβει ως ενθύμιο ένα ημερολόγιο με φωτογραφίες πυροσβεστών πριν και μετά την εκτέλεση του καθήκοντος. Τα ενθύμια θα μοιράσουν οι νεοσύλλεκτοι και εκεί θα μας δοθεί η ευκαιρία να σφίξουμε το χέρι τους και να τους πούμε πόσο σημαντικό είναι για μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ. Θεωρούμε χρέος μας ως διοργάνωση να ενημερώσουμε τους πιθανούς ενδιαφερόμενους ότι σε συνεργασία με το Σύλλογο για την Προστασία των Πυροσβεστών (ΣΠΠ) θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποτραπεί οποιαδήποτε συμπεριφορά θα μπορούσε να βλάψει τη σωματική ακεραιότητα των πυροσβεστών, όπως είχε γίνει στην περσινή εκδρομή, όπου ένας από εμάς όρμησε και δάγκωσε τον αριστερό μηρό ενός πυροσβέστη κατά τη διάρκεια της επίδειξης που μας έκανε για τη χρήση της πυροσβεστικής κάνουλας.

Για εκδήλωση ενδιαφέροντος: http://meincamp.blogspot.com/
θέσεις απεριόριστες

Είμαι 36 χρονών, ιδιωτικός υπάλληλος και έχω εφτά χρόνια τώρα σχέση με έναν συνομήλικο μου. Φυσικά οι γονείς μου δε ξέρουν τίποτα και ούτε θα ήθελα να μάθουν. Αυτό θα σήμαινε ότι θα μου ‘κοβαν τα φράγκα για πάντα. Με έχουν πρήξει να βρω μια γυναίκα, να παντρευτώ, να νοικοκυρευτώ κτλ. Εγώ θέλω να μείνω με τον Κώστα, αλλά είναι πολλά τα λεφτά Άρη και ο κώστας είναι αρκετά φτωχός. Ψάχνω κοπέλα με το ίδιο πρόβλημα για αλληλοκάλυψη, λευκό γάμο και γιατί όχι ένωση των περιουσιών. Ο Κώστας μπορεί να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού.

Καλή μου κουκουβάγια θα ήθελα κάτι να σε ρωτήσω. Να, εμένα γενικώς δε μ’ αρέσουν οι πούτσοι. Να φανταστείς δεν σκεφτεί ποτέ να ασχολούμαι με τους πούτσους. Μ’ αρέσει μόνο ο πούτσος του Κώστα. Έχει το τέλειο μέγεθος, ωραίο σχήμα και μυρίζει υπέροχα. Είναι λίγο στραβός, αλλά έχει ένα ονειρεμένο ροζ, υγρό κεφαλάκι που τρελαίνομαι να το βλέπω να χύνει όταν τον παίζω με τα χέρια και τη γλώσσα μου. Καλή μου κουκουβάγια, μήπως είμαι bi;

Είμαστε ένα ζευγάρι λεσβίων που ο μπαμπάς της μίας ξέρει photoshop. Ζητάμε ζευγάρι gay, straight looking, straight acting, για να πάμε μαζί διακοπές και να βγάλουμε κανονικές φωτογραφίες.


S/M Love
Όσον αφορά κάποιον άνθρωπο που πληρώνει να του χαστουκίζουν τον κώλο ενώ κάθεται στα γόνατα κάποιου άλλου, να του φέρονται σαν μωρό, να βυζαίνει και να κατουριέται πάνω του σε ένα παλιμπαιδίστικο σεξουαλικό παιχνίδι, να εξαναγκάζεται να σέρνεται γύρω από ένα χώρο παριστάνοντας την ηλεκτρική σκούπα με ένα αγγούρι στον κώλο του, αυτό που μένει να ρωτήσουμε είναι ποια ουσιαστική αλλαγή συμβαίνει όταν ο τραπεζιτικός επενδυτής βγάζει το αγγούρι από τον κώλο του και επιστρέφει στο γραφείο του.(Stabile)

Κλέφτικο

Εγώ ένα ξέρω. Τσουτσούνι = Άντρας. Μουνί = Γυναίκα. Τσουτσούνι θέλει Μουνί = Άντρας θέλει Γυναίκα. Μουνί θέλει Τσουτσούνι = Γυναίκα θέλει Άντρα.

Άντρας θέλει Άντρα = δεν είναι άντρας αυτός. Είναι πούστης.

Γυναίκα θέλει Γυναίκα;. Παλιολεσβίες.

Άντρας δε θέλει να είναι άντρας, θέλει γυναίκα. Άντρας γίνεται γυναίκα και ως γυναίκα θέλει άντρες. Τι είναι; Μήπως είναι gay, μήπως είναι straight γυναίκα;

Γυναίκα δε θέλει άλλο να είναι γυναίκα, θέλει άντρας. Γυναίκα γίνεται άντρας και ως άντρας έχει σχέση με γυναίκα. Τι είναι; Μην είναι βόας, μην είναι κροταλίας; Η γυναίκα που τα έφτιαξε μαζί του τι είναι; Εγώ θα σας πω τι είναι. Είναι πούστηδοι, λεσβίες και ανώμαλοι. Είναι αλλόκοτοι. Είναι queer που λεν και στο χωριό μου. Που γίνονται όλα αυτά;

Μήνα σε γάμο γίνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο γίνονται ουδέ σε χαροκόπι.

Οι queer κάνουνε πόλεμο με νύφες και μ’ αγκόνια.

Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες,
χωριά κι' αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να μαι σκλάβος των αντρών, κοπέλι 'ς τους γερόντους.

Θέλετε δέντρα ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθουμαι, μαϊδέ και 'ς το δροσιό σας,

θα πάρω το τουφέκι μου να πάω νε γίνω queer.

δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτσαμπασήδες,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, να ρθούν τα χελιδόνια,

θέλω να γίνω απαυτσινοί, που κάνουν τον αγώνα

Καβάλλα τρώνε το ψωμί, καβάλλα πολεμάνε,

Κι αν τύχει εκεί να λαβωθώ και ξαναγίνω straight
ντουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια να μην πήτε,
και σας ακούση η μάννα μου, κ' η δόλια γη αδελφή μου.
Κι' α ρθούν και σας ρωτήσουνε, πρώτη φορά μην πήτε,
κι' α σας διπλορωτήσουνε και δεύτερη και τρίτη,
μην πήτε πως σκοτώθηκα να μην κακοκαρδίσουν,
μόν' πήτε πως παντρεύτηκα εδώ 'ς αυτά τα μέρη,
πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα,
κι' αυτά τα λιανολίθαρα, αδέρφια και ξαδέρφια.

Η μάνα μ’ είν’ ηλίθια και δεν θα καταλάβει,

είν σαν τη μαμά του όμορφου, του έρημου του Κίτσου

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν να τον κρεμάσουν,
χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω,
κι’ ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μαννούλα.
"Κίτσο μου, που είναι τάρματα, που τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
-Μάννα λωλή, μάννα τρελλη, μάννα ξεμυαλισμένη,
μάννα, δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
μόν' κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;"

Τρία πουλάκια κάθονται μέσ' 'ς το Γερακοβούνι,
το να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατ' τό Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:

η ετεροκανονικότητα είναι πολιτικό σύστημα


Το σπίτι του εθνοφρουρού

Αυτό το καλοκαίρι επισκέφτηκα την Κύπρο και πιο συγκεκριμένα τη Λευκωσία. Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Λάρνακα, ως καλός back packer, έψαξα το λεωφορείο που θα με μετέφερε στην Λευκωσία. Γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό αποτελεί άγνωστη λέξη στα μέρη αυτά και ότι ο κόσμος είτε έχει αυτοκίνητο, είτε χρησιμοποιεί ταξί ή κάτι μικρά ιδιωτικά λεωφορειάκια σαν ταξί. Το δημόσιο λεωφορείο σταματά τα δρομολόγια στις 18:00 και αν καταφέρεις να βρεις τη στάση του τότε θα είσαι μόνος εκεί και σε όλη τη διαδρομή, όπως ήμουν εγώ.

Δεν πρόλαβα να κατέβω από το λεωφορείο στη Λευκωσία και έπεσα πάνω στην πρώτη πινακίδα προς το «σπίτι του εθνοφρουρού». Την επόμενη μέρα συνειδητοποίησα ότι ανά 100m στην παλιά πόλη της Λευκωσίας βρίσκει κανείς μία ταμπέλα που του δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει για να βρει το «σπίτι του εθνοφρουρού». Εμένα μου φάνηκε κάπως σαν να περπατάω στα πατήσια και να βλέπω πινακίδες για το «σπίτι του μαλάκα», οπότε ήταν μεγάλη πρόκληση να το βρω. Φυσικά δεν ήταν καθόλου δύσκολο με τόσες πινακίδες. Είναι κατεβαίνοντας από τη πλατεία ελευθερίας, τρίτο μπουρδέλο αριστερά. Όσο πλησιάζεις τόσο πιο καυλωτικό γίνεται χωρίς να ξέρεις γιατί. Ο λόγος για την καύλα αποκαλύπτεται μόλις το αντικρίσεις.

Είναι ένα διώροφο σπίτι, αρκετά περιποιημένο, φωτισμένο, ανοιχτό, όπου από τα παράθυρα φαινόταν ένα μπιλιάρδο. Έξω υπήρχε η πινακίδα που σου δήλωνε ξεκάθαρα ότι το βρήκες καθώς και ο απαραίτητος δικέφαλος αετός της ορθοδοξίας, των ενόπλων δυνάμεων και της ΑΕΚ. Όλα έδειχναν ότι είναι ανοιχτό στο κοινό. Μπήκα λοιπόν και έπεσα πάνω σε ένα κοντοκουρεμένο αγόρι που κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω τα τουριστικά μου ρούχα και με ρώτησε τί θέλω. Εγώ πολύ ευγενικά του απάντησα ότι ήθελα να μάθω τί είναι αυτό το μέρος και τότε αυτός μου απάντησε ότι είναι ένα μέρος που έρχονται οι φαντάροι. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και αμέσως ξεπρόβαλε από μία πόρτα το στερεότυπο του φαντάρου. Ξεκούμπωτη στολή εξόδου, καστανόξανθος, σφιγμένες μπότες, ελαφρώς ιδρωμένος, φυσικό, οικοδομικό μαύρισμα, έσταζε καύλα. Μου κόπηκε η μιλιά και δεν μπορούσα να βρω καμία δικαιολογία να μείνω λίγο παραπάνω. Το μόνο που μου ερχότανε να πω ήταν ότι «μπορεί να μην είμαι φαντάρος αλλά μου αρέσουν οι φαντάροι» και «μήπως να κάτσω να πιούμε καμιά μπίρα και να ξεχάσουμε;». Μετά όμως κοίταξα στο βάθος το χάρτη του νησιού μ΄αυτή την κιτς κόκκινη διαχωριστική γραμμή σαν αίμα που από πάνω γράφει «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ» και είπα από μέσα μου ‘άσ’ το καλύτερα’ και έφυγα έτσι άπραγος.

Το ελληνόφωνο κομμάτι του νησιού
Όλο το νησί είναι εξαιρετικά ξερό. Τελείως Λιβύη. Μετρημένα τα δέντρα του. Έτσι όπου και να σταθείς έχεις ένα τεράστιο ορίζοντα και θέα και στα δύο μέρη. Το κομμάτι που αποκαλείται ‘Κυπριακή Δημοκρατία’ είναι γενικώς πολύ πλούσιο. Ανέκαθεν οι κύπριοι ασχολιόντουσαν με το εμπόριο σε αντίθεση με τους τουρκοκύπριους που ήταν βασικά γεωργοι-κτηνοτρόφοι. Αυτό είχε ήδη από καιρό δημιουργήσει ταξικές διαφορές ανάμεσά τους, πέραν όλων των άλλων. Από τη διχοτόμηση και μετά, το μέρος αποτελεί παράδεισο για τις off shore εταιρίες όλου του κόσμου. Αυτές οι εταιρίες δηλώνουν ότι έχουν έδρα ένα νησί του ειρηνικού ή την κύπρο στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου το φορολογικό σύστημα τους φορολογεί με πολύ μικρότερο ποσοστό απ’ ότι αν φορολογούνταν στη χώρα που έχουν την πραγματική τους δραστηριότητα. Κομπίνα σαν να λέμε. Αυτό ακριβώς για το οποίο κατηγορείται τελευταία ο Σάκης (ποιος Σάκης; ο θεός). Έτσι η κύπρος εισπράττει φόρους από εταιρίες που δεν υπάρχουν εκεί. Πολλά λεφτά. Τα βλέπεις παντού. Υπάρχει τέτοια ανάπτυξη που έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα. Παντού υψώνονται τεράστιες πολυκατοικίες και ξενοδοχεία, καινούριοι δρόμοι κτλ. Δύσκολα βλέπεις κάτι παλιό. Μάλλον πρέπει να το αναζητήσεις σε κάνα κουτσοχώρι. Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι αυτά τα κτίρια να ταιριάζουν με το περιβάλλον. Είναι σαν να βλέπεις πολυκατοικίες στις κυκλάδες.

Παλιά κτίρια, διασώζονται μόνο στην παλιά πόλη της Λευκωσίας, μέσα από τα τείχη. Αυτή η περιοχή θυμίζει κάτι από πατήσια και πλατεία Βάθη. Μαγαζάκια, καφενεδάκια και τίγκα στους μετανάστες. Ινδούς, πακιστανούς, μπαγκλαντεσιανούς, σρι-λανκανους, γενικώς σκουρόχρωμους ή σχιστομάτες. Κυκλοφορούν αντρο-παρέες, δεν πίνουν συνήθως και δεν καπνίζουν αλλά μπορείς να καταλάβεις πού καθόταν λίγο πριν ένας απ’ αυτούς από το βουνό που έχει δημιουργηθεί από τσόφλια από ηλιόσπορο. Είναι εύκολο να τους ξεχωρίσεις από τους ελληνο-κύπριους γιατί είναι λίγο πιο σκουρόχρωμοι και πολύ πιο εξαθλιωμένοι.

Οι ελληνο-κύπριοι/ες
Οι ελληνο-κύπριοι είναι όμορφοι άντρες, για κάποιον που του αρέσουν οι αραβο-κάπως. Είναι σκουρόχρωμοι, μελαχρινοί, με λίγες έως πολλές τρίχες, μικρά μέτωπα, κάπως κυλινδρικά σώματα σαν τους Τούρκους και μιλάνε σπαστά ελληνικά. Είναι κάτι ανάμεσα σε έλληνες και τούρκους. Είναι νεόπλουτοι, με δικό τους αυτοκίνητο, καινούρια παπουτσάκια, μπλουζάκια, γυαλάκια κτλ, πίνουν καφέδες σε trendy πανάκριβες καφετέριες και τρώνε σε ωραία εστιατόρια. (τρελαίνομαι για γενικεύσεις) Ένα ερμηνευτικό μοντέλο που βασίζεται στη βρετανική κουλτούρα θα έκανε τα λιγότερα λάθη στη κατανόηση της συμπεριφοράς των ελληνοκυπρίων. Και αυτό δεν περιορίζεται μόνο στο ότι οδηγούν ανάποδα και έχουν βρετανικά φανάρια στους δρόμους.

Οι ελληνο-κύπριες φαίνονται πολύ πιο χειραφετημένες από τις αντίστοιχες ελληνίδες. Συχνά απαντώνται σε ομάδες των δύο ή περισσότερων γυναικών να πίνουν μπίρες ή να γευματίζουν χωρίς να αισθάνονται καθόλου τύψεις από την απώλεια των αντρών. Μέχρι και trendi κοριτσάκια να κάθονται μεταξύ τους και να πίνουν μπίρες στα παγκάκια είδα, αλλά και αυτό είναι τελείως βρετανική συνήθεια. Είναι πολύ όμορφες, περιποιημένες, πλούσιες και μιλάνε σπαστά ελληνικά όπως οι ελληνο-κύπριοι.

Τί να προσέξετε
Η ονομασία του καφέ δείχνει όλη την εθνική υστερία που επικρατεί και σε αυτό το μέρος του πλανήτη. Τον αραβικό καφέ στην ελλάδα μέχρι πρόσφατα τον λέγανε ‘τούρκικο’, αλλά τα τελευταία χρόνια ο ίδιος καφές λέγεται ‘ελληνικός’. Στην τουρκία ο ίδιος καφές λέγεται ‘τουρκικός’. Στην κύπρο ξέρετε πώς λέγεται; ‘Κυπριακός’ φυσικά. Και αν ζητήσεις έναν ‘ελληνικό σκέτο’ θα σου φέρουν έναν αραιότατο φραπέ, και καλά θα κάνουν, εδώ που τα λέμε, οι άνθρωποι.

Λίγα λόγια για την ιστορία
Από το ‘μαρτυρικόν τούτον νησίν’, όπως το χαρακτήρισε ένας ελληνο-κύπριος φαστ-φουντάς, και ποιοι δεν πέρασαν ανά τους αιώνες. Αλεξανδρινοί, βυζαντινοί, Οθωμανοί, Βρετανοί, και πρόσφατα Έλληνες και Τούρκοι. Το νησί απελευθερώθηκε από τους Βρετανούς το 1960 ως αποτέλεσμα ενός πολυετούς εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα για ανεξαρτησία που δώσαν οι κύπριοι. Κάθε τέτοιος αγώνας στην ιστορία είχε σοσιαλιστικά οράματα. Ίσως γιατί μόνο οι σοσιαλιστικές ιδέες οραματίζονται ένα μέλλον καλύτερο για τους πολλούς, αν όχι για όλους, και φτιάχνουν τις διαδικασίες να το κατακτήσουν. Οι Βρετανοί φύγανε, κρατώντας δύο μεγάλα κομμάτια του νησιού για τις βάσεις τους. Στο νησί έμειναν οι κύπριοι με τις αριστερές του ιδέες. Ένα νησί λοιπόν που βρίσκεται τόσο κοντά στη μέση ανατολή, είναι τίγκα στους αριστερούς. Σαν να λέμε ο εφιάλτης του κάθε αμερικανού προέδρου, που εκείνη την εποχή το είχε χαρακτηρίσει ΄κούβα της μέσης ανατολής’. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θυμήθηκε η ελλάδα ότι οι μισοί από αυτούς που μένουν στο νησί μιλάνε σπαστά ελληνικά και άρα ας τους πούμε έλληνες και ας τους κάνουμε δικούς μας. Ακριβώς ότι είπε και από μέσα της και η τουρκία. Και αρχίσανε οι σφαγές των τουρκο-κυπρίων, και μετά των ελληνο-κυπρίων και από δω παν κι άλλοι. Τα υπόλοιπα είναι πολύ πολύπλοκα. Αυτό που έγινε άλλοι το λένε ‘η κακιά η ώρα’ άλλοι ‘σχέδιο’, πάντως τους βόλεψε όλους. Οι αμερικάνοι και οι Άγγλοι έχουν το κεφάλι τους ήσυχο ότι το νησί δεν θα είναι ποτέ εν ειρήνη και ανεξάρτητο και άρα θα είναι συνεχώς υπό την επιρροή τους, οι έλληνες έχουν ένα κομμάτι (το ΄θέλαν όλο και χωρίς τους τουρκο-κύπριους αλλά τί να κάνουμε τώρα) και οι τούρκοι επίσης. Οι ταξικές διαφορές παραμερίστηκαν, οι μισοί κύπριοι είναι χαρούμενοι που υπάρχει ελληνικός στρατός στη περιοχή τους και οι άλλοι μισοί που υπάρχει τουρκικός.

Γουστάρω πολύ την ιστορία γιατί είναι το αντίθετο από τη φύση. Ενώ στη φύση η ισορροπία βρίσκεται μέσα από την απόλυτη οικονομία ενέργειας, στην ιστορία η ισορροπία βρίσκεται μέσα από την απόλυτη άσκηση βίας. Οι τούρκοι πήραν το μισό νησί, τη μισή Λευκωσία και την μισή παλία πόλη της Λευκωσίας. Εμένα αυτό το καθεστώς μου έδωσε την αίσθηση ισορροπίας γιατί ικανοποίησε αυτό που μου διδάσκουν από παιδί, ότι οι τούρκοι και οι έλληνες είναι εχθροί και δεν μπορούν να ζουν μαζί. Έτσι αν πήγαινα σε μια πόλη όπως η Λευκωσία όπου μέναν τούρκοι και έλληνες πλάι πλάι θα πάθαινα ένα σοκ. Και δεν είναι καλό να παθαίνεις σοκ ούτε για τον πατριωτισμό ούτε για τον τουρισμό.

Αυτή η αίσθηση ισορροπίας ταράζεται όταν κάνοντας βόλτα στην παλιά πόλη της Λευκωσίας ξαφνικά μπροστά σου ορθώνεται ένα οδόφραγμα που θέτει ένα απότομο τέλος στην βόλτα σου. Αυτό το οδόφραγμα φαίνεται να έχει συσσωρεύσει πάνω του όλη τη βία της εισβολής. Τα εγκαταλειμμένα κτίρια δίπλα στα οδοφράγματα, οι αμμόσακοι, οι σημαίες, τα συρματοπλέγματα, η νεκρή ζώνη και απέναντι οι άλλες σημαίες και τα άλλα οδοφράγματα, σου σηκώνουν την τρίχα. Η εισβολή μπορεί να επέφερε αυτή την ισορροπία που τώρα απολαμβάνει το νησί, την απέφερε όμως με μια μεγάλη δόση βίας.

Όταν στήθηκαν αυτά τα οδόφραγμα, 1619 άτομα κλείστηκαν στην άλλη μεριά και κανείς ποτέ δεν άκουσε τίποτα για την τύχη τους. Είναι οι ‘άγνοούμενοι’ της Κύπρου. Αυτοί που φωτογραφίες τους κρατάνε μαυροφορεμένες γυναίκες, ζητώντας να μάθουν τί απέγιναν. Είναι «φωνή που δεν ακούεται» όπως γράψει στο οδόφραγμα της οδού «Λύδρα», ένας στίχος από ένα ποίημα που φέρεται να ανήκει σε μια μάνα αγνοουμένου αλλά που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί ένα μέρος από τη «χώρα της σκιάς» του T. S. Eliot. Η ιστορία με τους αγνοούμενους είναι ότι πιο σκληρό έχω ακούσει στη ζωή μου. Δεν είναι συχνό φαινόμενο σε έναν πόλεμο να μην είσαι σίγουρος ότι αυτός που χάθηκε σκοτώθηκε. Και όταν δεν ξέρεις, βάζεις με το νου σου τα χειρότερα. Είναι ψυχολογική αρχή αυτή. Και όταν το χειρότερο σενάριο ούτε επαληθεύεται ούτε διαψεύδεται, μένει εκεί κάθε μέρα να κουράζει το μυαλό και να παραλύει το κορμί.

Τα οδοφράγματα είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της Λευκωσίας. Για να κάνει πιο ευχάριστο το σκηνικό, το γενικό επιτελείο στρατού, έχει χτίσει από ένα φυλάκιο σε κάθε οδόφραγμα και έχει τοποθετήσει έναν φαντάρο με πλήρη εξάρτηση: όπλο, παγούρι, μπότες, καπέλο, γυαλιά ηλίου κτλ. Με εντολή του ΓΕΣ, τους θερινούς μήνες, που είναι και οι πλέον τουριστικοί, οι φαντάροι απαγορεύονται να έχουν τελείως κουμπωμένες τις φόρμες τους. Έτσι φαίνονται ξεκάθαρα τα δεκαοχτάχρονα στήθη, άλλες φορές δασύτριχα και άλλες όχι, καλυμμένα με στολές παραλλαγής, ενώ πίσω τους διακρίνεται ένα σκοτεινό φυλάκιο που συμπληρώνει το σκηνικό της φαντασίωσης. Οι φαντάροι είναι όλοι ίδιοι μεταξύ τους. Ίσως γι’ αυτό και φαντασιώσεις με φαντάρους είναι όλες ίδιες. Έχουν μέσα λίγο ιδρώτα, λίγο βαρεμάρα που μετά γίνεται βία, λίγο μπότες, λίγο ζώνες, χοντρές ψωλές, υγρές παλάμες, πόνο, λίγα λόγια, τα βασικά, ντουζ και άντε γεια. Για όλα αυτά σε προδιέθεταν και οι κύπριοι φαντάροι χωρίς κανένα νεοτερισμό. Ήταν βαρεμένοι, ήθελαν παρέα, ήταν το πολύ εικοσάχρονοι, μιλούσαν σπαστά ελληνικά, είχαν πλήρη
εξάρτηση, τουλάχιστον μία εβδομάδα να πάρουν
έξοδο και εγώ τί ήμουν; ένας απλός τουρίστας.

Αλλά να που έχω αυτό το ανικανοποίητο μόλις φτάνω κάπου να μην μου φτάνει και να θέλω να δω τί έχει απέναντι. Όσο όμορφοι λοιπόν κι αν ήταν οι Ελληνοκύπριοι φαντάροι τόσο εμένα να πετάει το μάτι μου πέρα από την πράσινη γραμμή μπας και δω τον αντίστοιχο Τούρκο. Και επειδή έσκασα, πέρασα από την άλλη μεριά. Η άλλη μεριά ήταν το άλλο άκρο. Φτώχια και ανατολή. Η πόλη όπως ακριβώς μετά το πραξικόπημα. Στα εγκαταλειμμένα σπίτια μένουν τώρα έποικοι από την Ανατολία. Δεν τους ρώτησαν, απλά τους κουβάλησαν εκεί. Η πόλη είναι γεμάτη άντρες σε μπουλούκια. Άπειρα σκουρόχρωμα παιδιά γεμίζουν τις γειτονιές με φωνές που προσπαθούν να καλύψουν τους ιμάμηδες που ψέλνουν. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα είναι ο τούρκος φαντάρος. Από την άλλη μεριά λοιπόν τίποτα δεν ήταν διαφορετικό. Οι τουρκοκύπριοι φαντάροι ήταν επίσης ευγενικοί, επίσης βαρεμένοι, επίσης όμορφοι, επίσης καυβλωτικοί και εγώ επίσης ένας απλός τουρίστας που κοιτάει για κάποιο λόγο πάλι απέναντι.

Γιατί χωρίστηκαν αυτοί οι δύο νέοι από συρματοπλέγματα, πράσινες γραμμές και πράσινα άλογα; Αυτοί θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον φίλοι. Τελικά τί διαφορά έχει ο ελληνοκύπριος φαντάρος από τον τουρκοκύπριο συνάδελφό του δεν κατάλαβα. Βλέπετε, δεν πήρα κανέναν απ’ τους δύο. .