Friday, July 07, 2006


Ενώ προλογίζω το κείμενο για τον Άλεξ που βρίσκεται παρακάτω ως ένα κείμενο που θα μπορούσα να είχα γράψει εγώ και γι’ αυτό το αναδημοσιεύω, το παρών κείμενο το δημοσιεύω για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Και δε θα μπορούσα να το έχω γράψει για πολλούς λόγους. Γιατί δεν θα μπορούσα να έχω γράψει κάτι τόσο άρτιο δομικά, γλωσσικά, πολιτικά, που να δημιουργεί μία τέλεια πλατφόρμα για να εκφραστεί το συναίσθημα του προσωπικού βιώματος χωρίς αυτό να παρασυρθεί σε απλοϊκές προσωποποιημένες καταγγελίες. Και δε θα μπορούσα να το έχω γράψει εγώ γιατί δεν έχω τη θέση που έχει η Σούλα, να είναι εντελώς μέσα στο χώρο στον οποίο απευθύνει την κριτική της και να αναγνωρίζομαι με το φύλο με το οποίο αναγνωρίζεται η Σούλα και το οποίο δύναται να φορτίσει μια ανάλογη ανάγνωση της θέσης της και της κατάστασης. Παρεμπιπτόντως, για αυτόν και εκείνη που θα σπεύσουν να ονοματίσουν τον χώρο στον οποίο απευθύνεται η κριτική και τρίψουν αγαλιασμένοι τα χέρια τους γιατί δεν ανήκουν σ’ αυτόν, έχω μόνο να τους πω: ‘πολύ βολικό, μόνο που η κριτική της απευθύνεται σε όποιο χώρο θέλει να λέγεται προοδευτικός’. Και κάτι άλλο: με χαρά μου είδα ότι η Σούλα στήνει παγίδες τις οποίες δεν κάνει καμία προσπάθεια να καλύψει, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε όποιον και όποια θελήσει να πέσει μέσα για να αποφύγει την υπόλοιπη αυτοκριτική διαδρομή, να το κάνει πολύ εύκολα και με τις λιγότερες ενοχές. Κάθε στάση είναι τουλάχιστον κατανοητή.


ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ
(όπου ο έρωτας είναι σχέση εξουσίας)

Το παρακάτω κείμενο είναι ένα υποκειμενικό σχόλιο σχετικά με την αυτόνομη παρέμβαση στο gay pride του Σαββάτου 24/6 και με αφορμή τη συζήτηση της προηγούμενης μέρας στο τριήμερο του Θερσίτη σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα.

Ένα βράδυ κι ενώ γυρνούσα στο σπίτι μετά από τη συνέλευση της υφανέτ, μου επιτέθηκε ένας τύπος με κατσαβίδι. Φώναξα, ήρθαν γείτονες, ο τύπος άρχισε να τρέχει. Κάποιος γείτονας κάλεσε τους μπάτσους, οι οποίοι έφτασαν εγκαίρως και ζητούσαν από μένα να καταγγείλω το περιστατικό και να τους περιγράψω τον τύπο για να τον κυνηγήσουν. Εγώ τους είπα ότι δεν θέλω να κάνω κάτι τέτοιο και αυτοί έφυγαν. Οι γείτονες με κοίταξαν με μισό μάτι, υπέθεσαν ότι ο τύπος ήταν φίλος μου και γι’ αυτό δεν ήθελα να τον καταγγείλω. Ενώ έφευγα μια γειτόνισσα μου είπε : «Αύριο μπορεί να επιτεθεί στην κόρη μου».
Απάντησα στους μπάτσους με την πολιτική μου ταυτότητα και με τα εργαλεία με τα οποία με έχει εφοδιάσει αυτό που σημαίνει η πολιτική αυτή ταυτότητα τόσα χρόνια. Ο τύπος όμως δεν μου επιτέθηκε επειδή ήμουν αναρχική. Άλλωστε αν μου είχε επιτεθεί γι’ αυτόν τον λόγο, αν δηλαδή ήταν φασίστας και με μαχαίρωνε, θα μπορούσαν να κατέβουν 2000 άτομα σε μια πορεία.. Οι καταλήψεις θα ταμπουρώνονταν, οι σύντροφοι θα ήταν σε εγρήγορση, το ζήτημα θα ήταν πολιτικό. Ο τύπος μου επιτέθηκε επειδή είμαι γυναίκα κι εφόσον δεν τον κυνηγάει καμιά αστυνομία ούτε φυσικά πολιτοφυλακή, μέχρι σήμερα μπορεί να έχει επιτεθεί σε άλλες κοπέλες, που δεν θα έχουν την ταυτότητα αυτή. Δεν κατήγγειλα τον τύπο γιατί οι μπάτσοι είναι γουρούνια και δολοφόνοι. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε αυτό σημασία. Σημασία είχε ότι οι άνδρες είναι γουρούνια και δολοφόνοι και οι γυναίκες στην πατριαρχική συνθήκη είναι πάντοτε εν δυνάμει θύματα. Αυτές θα έπρεπε να υπερασπιστώ, όχι τους αναρχικούς συντρόφους μου. Η απόφασή μου ήταν προϊόν πολιτικής σύγχυσης. Οι δομές εξουσίας διασταυρώνονται όσο επίσης αυτονομούνται. Κάθε φορά πρέπει να αντιλαμβάνεσαι ποιο μηχανισμό έχεις απέναντι σου προκειμένου να τον αντιμετωπίσεις. Διαφορετικά, δεν υπερασπίζεσαι τίποτα άλλο πέρα από την πολιτική σου καθαρότητα.

O « χώρος» στεγάζει και δομεί συγκεκριμένα υποκείμενα τόσα χρόνια κι αυτό δεν έχει γίνει χωρίς κόστος. Υπάρχει μια φράση που λέει ότι υπάρχουνε δυο χέρια, τα βρώμικα και τα κομμένα. Δεν γίνεται απλά να προσθέσεις ένα ζήτημα στην πολιτική σου ατζέντα χωρίς να αναρωτηθείς γιατί έλειπε τόσο καιρό, εκτός κι αν απουσίαζε η πατριαρχία. Χωρίς να αναστοχαστείς συλλογικά και κινηματικά γιατί δεν ήταν πολιτικοποιημένα κάποια ζητήματα τόσα χρόνια και τι σήμαινε αυτό για τα υποκείμενα που παρόλα αυτά διεκδικούσαν αυτόν τον πολιτικό χαρακτήρα. Δεν γίνεται έτσι απλά να προσθέσεις ένα υποκείμενο χωρίς να είναι ένα αγχωμένο και φοβισμένο υποκείμενο. Και δεν γίνεται να συνομιλούν αυτά τα δύο υποκείμενα , το κυρίαρχο και το Άλλο του, αφού πρόκειται για δύο φαινόμενα αλληλοαποκλειόμενα και γιατί το ένα δομείται πάνω στην ψυχική εξάλειψη του άλλου. Ο «χώρος» έχει μια ιστορικότητα και θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι το πέρασμα από την πατριαρχία είναι πραξικόπημα στην ίδια την ιστορία του. Για να υποστασιοποιήσει το ζήτημα του φύλου ως δομική συνθήκη του υπάρχοντος θα πρέπει να αλλάξει η ίδια η μορφή της κινηματικής πραγματικότητας που συνιστά, ο χαρακτήρας, οι δομές, οι αναφορές, οι κώδικές του. Εκτός κι αν περιορίσουμε τον σεξισμό στις βρισιές και στο αν οι άνδρες πλένουν πιάτα στις καταλήψεις ή αν ανάγουμε την πατριαρχία στον καπιταλισμό για να μην μας πουν και φεμινίστριες ή αν πούμε ότι τα φύλα καταργήθηκαν χωρίς να ξέρουμε καν ποια είναι αυτά τα φύλα.

Αν οι αναρχικοί αισθάνονται νομιμοποιημένοι να κατέβουν στο gay pride μόνο εφόσον φωνάξουν «Ίδια είναι τα αφεντικά, gay, trans, λεσβιακά » εγώ γιατί να μην κατεβαίνω στις αλληλεγγύες μόνο εφόσον φωνάζω « ίδια είναι τα αρσενικά, δεξιά, αριστερά κι αναρχικά» χωρίς να μου καταλογιστεί μονομανία στην καλύτερη περίπτωση; Ενώ από τη στιγμή που στην Ελλάδα το προσωπικό δεν έχει γίνει ποτέ πολιτικό ισχύει ακόμα αυτό που έλεγαν οι φεμινίστριες του ’70 ότι στην αριστερά ( αναρχία/ αυτονομία) πάμε χέρι χέρι με τους δυνάστες μας. Γιατί έχουν αυτοί το δικαίωμα να κατεβαίνουν ακέραιοι σε κάθε πολιτική τους δραστηριότητα, άρα αλώβητοι από κάθε αντίφαση, ανασφάλεια και διχασμό κι εγώ να τρώω το μάτσο στη μάπα και να αναρωτιέμαι τι γυρεύω εδώ; Γιατί να φεύγει όρθιος όποιος λέει σε εκδήλωση ότι θα μπορούσε να σπάσει την κοπέλα του στο ξύλο και δεν φεύγει όρθιος κι αυτός που λέει καλός τούρκος, νεκρός τούρκος; Γιατί να με νοιάζει τι κάνει ο εργάτης μάζα με το χέρι του αφού δεν με νοιάζει τι κάνει ο ομοφυλόφιλος με το πουλί του; Βέβαια κι ο βιαστής κάτι με το πουλί του κάνει και η σιωπή είναι συνενοχή. Τι σήμαινε αυτή η σιωπή τόσα χρόνια;

Πατριαρχία είναι οι έμφυλες σχέσεις. Και ο τρόπος του σχετίζεσθαι είναι εσωτερικός θεσμός που δεν ανατρέπεται τόσο εύκολα όσο σπάει μια βιτρίνα. Mια φεμινίστρια από παλιά έλεγε ότι ένα κενό στη ελλάδα είναι ότι οι άνδρες δεν αμφισβήτησαν ποτέ την ανδρική τους ταυτότητα. Κι αυτό φυσικά δεν θα ήταν μια απλή υπόθεση. Αυτό που λέμε αποδόμηση του φύλου είναι μια οδυνηρή αυτοακυρωτική διαδικασία που προϋποθέτει εναγώνιο εσωτερικό αγώνα και ψυχικές διεργασίες. Για μια γυναίκα είναι επίσης οδυνηρό, αλλά και όρος επιβίωσης. Παρόλα αυτά ένα ζήτημα του φεμινισμού υπήρξε πάντα το πώς θα γίνουν οι γυναίκες φεμινίστριες. Για έναν άνδρα σημαίνει την αποποίηση συμφερόντων και προνομίων. Ελάχιστα θα ασχοληθεί με το τι σημαίνει να είναι κανείς άνδρας στην πατριαρχία, γιατί εκτός των άλλων δεν το χρειάζεται. Άλλωστε κανείς δεν θέλει να ακούσει ότι είναι ανειδίκευτος, έχει καθαρό προλεταριακό προφίλ, είναι αναρχικός, λαϊκό παιδί, καταληψίας στέγης, φρικιό, punk, vegan, φασιστοφάγος, εισηγητής για το trafficking στο συντονιστικό και παρόλα αυτά βρίσκεται σε μια θέση δυνατότητας που του προσφέρει μια ιεραρχία και καμιά φορά την εκμεταλλεύεται. Και μπορεί όλα αυτά να είναι ταυτότητες πίσω από τις οποίες κρύβονται οι αλλοτριωμένοι εαυτοί μας και προσφέρουν επαναστατικά άλλοθι. Αλλά οι αγορασμένες ταυτότητες δεν είναι παρά ιδεολογία ή life style δηλαδή θέαμα. Και στον αντεστραμμένο κόσμο του θεάματος το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου. Γιατί αυτά είναι σημεία και τα σημεία ψεύδονται. Στα όρια της πατριαρχίας τα νοήματα αντιστρέφονται. Πόσο μάλλον όταν η ιδιότητα του κυρίαρχου υποκειμένου που συνέχει τον «χώρο» αυτό προϋποθέτει την ανδρική του ιδιότητα, ό,τι αυτή σημαίνει και συνεπάγεται. Γιατί αν δεν καυλώνεις με τα μπάχαλα είσαι μόνο λόγια. Γιατί αυτή η καύλα είναι ιδεολογία. Tα μαγαζιά μας φταίνε μόνο;

Παρακολουθούσα την πορεία ενός φίλου συντρόφου που χρειάστηκε αφού αναγνώρισε την πραγματικότητα της πατριαρχίας είτε να συγκρουστεί μ’ αυτήν είτε να προσαρμοστεί σ’ αυτήν. Δεν υπάρχουν όμως δομές να στηρίξουν τις διαδικασίες που προϋποθέτει η σύγκρουση. Όπως δεν υπάρχει γυναικεία αυτοοργάνωση που θα διοχετεύσει σε δημιουργία το πλεόνασμα οργής και πόνου για τις βιωμένες αδικίες μας. Τις ρήξεις που συνεπάγεται με την κοινωνικότητά σου, τη μελαγχολία και μοναξιά του να αποκτάς μια εμπειρία αποκλίνουσα από το περιβάλλον στο οποίο κινείσαι και στο οποίο δεν μπορείς να επιστρέψεις χωρίς να διαλυθεί η υποκειμενικότητα που γίνεσαι, όσο συνεκτικά κι αν καταλήξει να συγκροτηθεί αυτή. Που η διάλυση αυτή σημαίνει να εσωτερικεύσεις τον έλεγχο γιατί τα νοήματά σου δεν είναι έγκυρα σύμφωνα με τους κυρίαρχους κώδικες, αλλά αυτό που είναι η αρχή της πολιτικοποίησής σου να παραμένει μια κραυγή που πνίγεται.
Όταν υπάρχει εναλλακτική δομή, το να φύγεις από έναν χώρο είναι πένθος. Όταν δεν υπάρχει είναι μελαγχολία. Και όπως είπε κι ένας μισογύνης παλιά, στο πένθος ο κόσμος γίνεται φτωχός και άδειος. Στη μελαγχολία το ίδιο το εγώ γίνεται φτωχό και άδειο. Όσοι και όσες έχουν φύγει, δεν είναι αυτοί και αυτές που βολεύτηκαν κατά τη συνήθη ρητορική. Ένα απ’ αυτά τα άφωνα υποκείμενα μου είπε: « το αντι- σύστημα με έφτυσε όπως με έφτυσε και το σύστημα». Βέβαια, όπως και την ιστορία, την αντι- ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Τη δεκαετία του ’70 στην Ιταλία ένα κύμα γυναικών αποχωρούσε μαζικά και πολιτικά από τις πολιτικές ομάδες και τις καταλήψεις. Η κίνηση αυτή καταγράφηκε στην κινηματική μνήμη των γυναικών αυτών ως ανάγκη για αξιοπρέπεια. Μάλλον για επιβίωση με όρους αξιοπρέπειας. Πολύ περισσότερο καταγράφηκε στην κινηματική ιστορία και εν προκειμένω όπως φιλτράρεται από υποκειμενικές προτεραιότητες ως πράξη αντίστασης και όχι ως λιπόθυμη υποχώρηση ήττας. Για να νοηματοδοτηθεί βέβαια ως τέτοια χρειάστηκε η συγκυρία και οι δυναμικές της.

Δεν θα πήγαινα τόσο εύκολα στους αναρχοαυτόνομους για να καταγγείλω το gay pride που καταφάσκει στην αστυνομία, στο life style, στο εμπόρευμα όσο οι αναρχοαυτόνομοι καταφάσκουν καλυμμένα ή απροκάλυπτα στην πατριαρχία. Τελικά, ποιοι μιλούν σε ποιους και από ποια θέση;

Συντροφικά,

Σούλα



3 comments:

eledou said...

πώς και έτσι; :)

3ypolytos said...

Επέτρεψε μου να διαφωνήσω μαζί σου σχετικά με την εκτίμηση αυτού του κειμένου.
Αν και το κίνητρο της Σούλας είναι αναμφίβολα καλόηθες και το ζήτημα που αποπειράται να αναλύσει αξιόλογο, δεν βρίσκω στην προκείμενη περίπτωση πως πρόκειται για ένα επιτυχές έργο.
Αρχικά είχα σκοπό να αναλύσω μεθοδικά και εξ ολοκλήρου το κείμενο, αλλά δεν έχω την εντύπωση πως αξίζει να κουράσω τον οποιοδήποτε αναγνώστη. Για αυτό, περιληπτικά:
Κατά τη γνώμη μου η εισαγωγή είναι εντελώς άστοχη. Περίμενα από τη Σούλα να εξηγήσει γιατί υπήρξε πολιτικά συγκεχυμένη, πράγμα που αρμόζει σε μια εισαγωγή, το να ακολουθηθεί από μια επεξήγηση. Όμως, το θέμα που είχε σκοπό να εξετάσει ήταν στην πραγματικότητα η πατριαρχία στον αναρχικό «χώρο». Η συσχέτιση είναι στην καλύτερη περίπτωση χαλαρή, πράγμα που ξαναεμφανίζεται πολλαπλές φορές στο υπόλοιπο κείμενο.
Εκτός των χαλαρών συσχετίσεων, η Σούλα δεν ακολουθεί κοινές συμβάσεις στο γραπτό λόγο. Είμαι σίγουρος πως αυτή η απόκλιση είναι προϊόν περισσότερο απροσεξίας και λιγότερο σκοπού να υπάρξει αντισυμβατική. Τα πράγματα είναι απλά: αποφεύγουμε τα αναπόδοτα και τα ανακόλουθα, χρησιμοποιούμε τα σημεία στίξης εκεί που χρειάζονται και όχι ως διακόσμηση. Εκφράζω αυτό το παράπονο, όχι επειδή είμαι κάποιος καθηγητής με κόλλημα, αλλά επειδή πραγματικά αυτό που προέχει είναι το να μεταδοθεί το νόημα στον αναγνώστη, όσο και αν αυτό κουράζει το συγγραφέα και περιορίζει αυτό που μάλλον άδικα νομίζει πως είναι το προσωπικό του στυλ. Στην πραγματικότητα αυτό το «στυλ» είναι ένα σύνολο κακών συνηθειών. Αν και ο ειρμός του συγγραφέα μπορεί να είναι διακοπτόμενος, δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να είναι οφθαλμοφανές στο κείμενο που συντάσσει. Δε βλέπω τη σκοπιμότητα του να δημιουργήσει κανείς μια άσκηση αποκωδικοποίησης για τον αναγνώστη.
Μακάρι αυτό το κείμενο να είχε σαν αποτέλεσμα να θελήσω να συμβάλλω στη συζήτηση περί των ζητημάτων που προσπάθησε να μας υποδείξει η Σούλα. Αντιθέτως, μάλλον μου την έσπασε, για να το πω έτσι απλά.

les_boi said...

πολυ δυνατό κείμενο , εκφράζει σκέψεις που κατα καιρούς έχω κάνει και δεν μπορούσα να τις ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου