Saturday, December 01, 2012

Η Λάνα Γουατσόφσκι μιλάει

Ο λόγος της Λάνα Γουατσόφσκι, συν-σκηνοθέτιδας του "Matrix" και «Cloud Atlas»,
κατά την παραλαβή του βραβείου Ορατότητας της Καμπάνιας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRC) για το 2012.
(σε καλύτερη ανάλυση θα το βρείτε στο youtube)
Μετάφραση-Υποτιτλισμός: Πρωτοβουλία κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης.

Wednesday, November 21, 2012

Μαθαίνεις - Χόρχε Λουί Μπόρχες

(Μετάφραση στα ελληνικά από το:http://alepouda.blogspot.com/2007/07/blog-post_27.html)

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις

Tuesday, August 21, 2012

Βρέθηκε το φάρμακο για τον καρκίνο


Βρέθηκε το φάρμακο για τον καρκίνο


(ή Abstract II)
Δεν το έδειξαν συγκεκριμένες μελέτες καθώς αυτές δεν θα έπαιρναν ποτέ χρηματοδότηση από τις φαρμακευτικές εταιρίες αλλά είναι ‘κοινό μυστικό’ ότι: Αν θέλεις να κανείς κάτι για να προφυλαχθείς από τον καρκίνο δεν έχεις παρά να φροντίζεις τους κοντινούς σου ανθρώπους που έχουν καρκίνο.
Να είσαι εκεί, να τους κάνεις παρέα, να τους παίρνεις τηλέφωνο, να κάνεις ό,τι χρειάζονται, ό,τι θα τους έκανε πιο χαρούμενους. Να είσαι εκεί για να σε διώχνουν. Να βρίσκουν αναπάντητες στο κινητό τους και αν θέλουν, όποτε θέλουν, να παίρνουν πίσω. Να είσαι εκεί, όσο κοντά αντέχεις και σε αφήνουν. Αυτό μπορεί να είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς προληπτικά για τον καρκίνο.
Φαίνεται πως ισχύει και σε αυτή τη νόσο ότι ίσχυε σε άλλες νόσους στο παρελθόν όπου είχε παρατηρηθεί πως οι συγγενείς των ασθενών ή το νοσηλευτικό προσωπικό ανέπτυσσε αντισώματα και νοσούσε πιο δύσκολα. Έστω κι αν ο καρκίνος δε δείχνει να είναι ιογεννές νόσημα, παρόλα αυτά οι άνθρωποι που φροντίζουν τους καρκινοπαθείς έχουν μικρότερη πιθανότητα να πάθουν καρκίνο. Αλήθεια. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα, για όποιον θέλει να τα δει, από κόσμο που φρόντιζε καρκινοπαθείς. Για παράδειγμα, το παιδί που ασχολείται περισσότερο με τον καρκινοπαθή γονέα του έχει λιγότερες πιθανότητες να πάθει καρκίνο απ’ τα αδέρφια του που δεν ασχολούνταν τόσο. Όπως και στην περίπτωση του καρκινοπαθούς φίλου, όπου οι φίλοι που εξαφανίζονται είναι πιο πιθανό να πάθουν κάποια στιγμή και οι ίδιοι καρκίνο σε σχέση με τους φίλους που έμειναν κοντά. 
Οπότε, αν κανείς θέλει να κάνει κάτι για να μειώσει τις πιθανότητες για καρκίνο δεν χρειάζεται μόνο να ελαττώσει το κάπνισμα ή να φροντίσει τη διατροφή του, να κρυφτεί από τις κεραίες και να αυξήσει τη σωματική άσκηση, αλλά βασικά να μην εγκαταλείπει τους κοντινούς του ανθρώπους όταν παθαίνουν καρκίνο και να ασχολούνται όσο πιο πολύ μπορούν μαζί τους.
Παρακαλώ διαδώστε το, ακόμα κι αν δεν το πιστεύετε.

Ξαναδιαβάζοντας το queericulum vitae
(ή αναπτύσσοντας το abstract ii, που θα έλεγε και το qv)
Τελευταία ξαναδιάβαζα το QV#3 Νόσος Εξουσία και Πολιτικές του Σώματος και σκεφτόμουν πόσο σημαντικές είναι οι μεταφορές για την ασθένεια και για όσα αυτή προκαλεί στο σώμα. Είναι σημαντικές για την κατανόηση ως διαδικασία έστω κι αν αυτή δεν επιτυγχάνεται πάντα. Η διαδικασία της κατανόησης είναι ο ανθρώπινος τρόπος για διαχείριση. Δεν ξέρω αν ήταν πάντα έτσι, δεν ξέρω τι γινόταν όταν ο ‘άνθρωπος’ ζούσε στα δέντρα χωρίς συμβολική γλώσσα. Ξέρω πως από τότε έχουν παρέλθει, ευτυχώς ανεπιστρεπτί, πολλά χρόνια πολιτισμικής δημιουργίας και πια ο άνθρωπος του πολιτισμού χρειάζεται να κάνει λόγο αυτό που συμβαίνει και αυτό που του συμβαίνει.
Ή δουλεία σε αυτό το τεύχος του qv, όπως τουλάχιστον το διάβασα εγώ, προσπαθεί να αναδείξει κάποιες συνέπειες του να αναλάβει κάποιος άλλος (άνθρωπος ή φορέας) το λόγο για τα πράγματα (στη συγκεκριμένη περίπτωση τη νόσο, τη θεραπεία, κτλ) και ειδικά τις επιπτώσεις στα σώματα και τις υποκειμενικότητές μας όταν καταφέρνει να καταστήσει τον δικό του λόγο κυρίαρχο. Οι μεταφορές των κυριάρχων λόγων, πέραν από την προσπάθεια κατανόησης, συχνά εξυπηρετούν κι άλλες σκοπιμότητες, όπως της πειθάρχισης, της εξουσίας, του κέρδους (για παράδειγμα τη μεταφορά του πολέμου, όπως αναπτύσσεται ειδικά από την Sontag).
Ποια θα ήταν η δική μας στάση/θέση/απάντηση σε μια τέτοια κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί και συνεχίζει να διαμορφώνεται; Πως θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε χώρο για τον δικό μας λόγο για τα σώματά μας, όταν ο κυριάρχος λόγος ηγεμονεύει φυσικοποιημένος πια;  Η μια στρατηγική, που είναι κι αυτή που αναπτύσσει το τεύχος QV#3, είναι η προσπάθεια ανάλυσης των κυρίαρχων λόγων, ως μια προσπάθεια αποδόμησής τους, ελπίζοντας πως αυτό θα θίξει τη φαινομενικά άτρωτη κτήση τους και (μετά;) θα προκύψει χώρος για το δικό μας λόγο - και άρα τις δικές μας μεταφορές.
Κανείς όμως δεν μας έχει υποσχεθεί ότι θα τηρηθεί απαραίτητα μια τέτοια χρονική σειρά στα πράγματα. Θέλω να πω, πως δεν φαντάζομαι πως κάποια στιγμή ο κυρίαρχος λόγος θα καταρρεύσει (σαν κυβέρνηση ας πούμε) και τότε η ιστορία/κοινωνία θα στρέψει τον προβολέα πάνω μας και θα ζητήσει το δικό μας λόγο για τα πράγματα.
Ακόμα και στη Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, που ο Τ. Kuhn προτείνει ένα μοντέλο για πως αλλάζει η επιστήμη, υποστηρίζεται ότι ο επιστημονικός λόγος αλλάζει, ανατρέπεται βίαια όταν ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα αντικαθίσταται από ένα άλλο. Το νέο επιστημονικό παράδειγμα που επικρατεί ήταν ένα από τα ανταγωνιστικά παραδείγματα που ασκούσαν στο παρελθόν κριτική στο κυρίαρχο παράδειγμα και δεν προέκυψε τη στιγμή της κατάρευσης του κυρίαρχου. Με άλλα λόγια, θέλω να πω πως πέραν από την ανάλυση και κριτική στον κυρίαρχο λόγο θα πρέπει να υπάρχει εκεί εμφανής και μια αντι-πρόταση, ένας αντι-λόγος, μία νέα αντι-κουλτούρα που μας κάνει περισσότερο και στην οποία θα θέλαμε κάπως να καταλήξουμε. 
Υποστηρίζω λοιπόν πως η δική μας αντι-πρόταση για τους λόγους και τα πράγματα, θα έπρεπε, όπου αυτό είναι δυνατόν, να συνοδεύει την κριτική του κυρίαρχου, κι αυτό το προτείνω ως μια στρατηγική σύγκρουσης με το κυρίαρχο.
Ονειρεύομαι μια πολιτική κουλτούρα που προτείνει, αρχικά ακόμα και μόνο στο μεταξύ μας, πολιτικούς λόγους και νοήματα, όπως το κάνει για πολιτικές στάσεις, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί όπως έχει ξαναειπωθεί και θα το πω κι εγώ από εδώ μέσα: ο λόγος είναι επιτελεστικός. Όπως, για παράδειγμα, προσπαθείς να μην αναπαράγεις όρους οικονομικής εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο στα πολιτικά εγχειρήματα που στήνεις, και πέραν από την κριτική σου σε αυτό το κυρίαρχο μοντέλο του καπιταλισμού αντιπροτείνεις την αυτοοργάνωση ως τρόπο να γίνονται τα πράγματα, κάπως έτσι φαντάζομαι την αντιπρόταση λόγου που κάνει κριτική στον κυρίαρχο έχοντας και μία συγκεκριμένη αντιπρόταση που να θέτει τουλάχιστον το πλαίσιο.  
Δυο παραδείγματα:
Ένα παράδειγμα είναι αυτό που προτείνεται παραπάνω: μια αφήγησηπου λέει ότι «δεν παθαίνεις καρκίνο όταν φροντίζεις τους κοντινούς σου καρκινοπαθείς». Δεν είναι ότι έχουμε ακριβώς λόγους να το πιστεύουμε. Δεν έχουμε εμπειρικά δεδομένα και στατιστικώς σημαντικούς δείκτες να να το υποστηρίξουμε, αλλά δε μας χρειάζονται κι όλας γι’ αυτό που θέλουμε να κάνουμε εκφράζοντάς το και διαδίδοντάς το. (Παρεμπιπτόντως, δε θα χάναμε και τίποτα να το εξετάσουμε και με τα εργαλεία της επιστήμης, ποτέ δεν ξέρεις, καθώς και οι στατιστικοί δείκτες προβλέπουν λάθη, αποκλείσεις κι εξαιρέσεις κι επίσης ένα φάρμακο θεωρείται αποτελεσματικό όταν ξεπερνάει το placebo effect κατά 14% νομίζω, ευκολάκι!!!).
Η παραπάνω αφήγηση είναι μια πρόταση για μια κουλτούρα που μας κάνει και μας πρέπει. Είναι ένας δικός μας μύθος που θα θέλαμε να είναι αλήθεια επειδή τον έχουμε ανάγκη και μας κάνει καλό. Είναι κάτι που θα μπορούσαμε και να πιστέψουμε, τόσο όσο μας χρειάζεται για να ανακουφιζόμαστε από την αδυναμία μας να ελέγξουμε το μέλλον σε σχέση με την ύπαρξή μας. Είναι μια προσσπάθεια δημιουργίας των δικών μας λόγων, των μύθων μας, των μεταφορών μας, που δε θα απαντήσουν ακριβώς τις ερωτήσεις μας αλλά που θα καλύπτουν το κενό από την απώλεια των απαντήσεων. Κι είναι σίγουρα ένας λόγος που καλλιεργεί τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη σε αντίθεση με τον κυρίαρχο που καλλιεργεί την ατομικότητα, το φόβο και τον καταναγκασμό. 
Όταν οι ιθαγενείς μάγοι πολλών φυλών στην Αφρική διαδίδουν ότι βιασμός παρθένου παιδιού μπορεί να σε θεραπεύσει από AIDS, αισθάνομαι την ανάγκη να αντιπροτείνω κάτι που μπορεί να είναι εξίσου πιθανά αντιεπιστημονικό αλλά που να καλλιεργεί τη σχέση με τους άλλους αντί να την συνθλίβει. 
Ένας αντίλογος;
Θα αναρωτηθεί κάποιος: Και γιατί δηλαδή κάθε στάση μας και κάθε συμπεριφορά μας να πρέπει απαραίτητα να επιστρέφει κάτι σε μας; Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι μόνο για τους άλλους, να προσφέρουμε ας πούμε μόνο; Γιατί θα πρέπει να επενδύσουμε και τη φροντίδα με ένα προσωπικό, έστω και μακροπρόθεσμα, κέρδος; Οι παραπάνω αποτελούν εύλογες ερωτήσεις. Νομίζω πως η απάντηση είναι: γιατί έτσι!
Νομίζω πως το εγώ και ο εαυτός είναι τόσο ενισχυμένος κοινωνικά στην μοντέρνα εποχή που ζούμε που δεν γίνεται να τον παρακάμψουμε και δε θέλουμε κι όλας. Ακόμα και η αλληλεγγύη, που αποτελεί ιδανική πολιτικά στάση προσφοράς εμπλέκει άμεσα τον εαυτό από τη στιγμή που προϋποθέτει να έχεις (έστω και νοητικά) τοποθετήσει τον εαυτό σου στη θέση του άλλου και έτσι να προσπαθείς να συμπάσχεις. Αν λοιπόν δεν μπορείς να παρακάμψεις τον εαυτό (και καλά κάνεις και δεν μπορείς με βάση τη θεμελιώδη αναρχική θέση που θέτει και τη πιο σημαντική, για μένα, διαφορά με τον μαρξισμό του Μαρξ) τότε καλό είναι να τον τοποθετήσεις σε άλλες θέσεις – ας πούμε δίπλα και όχι απέναντι.

Παρεμπιπτόντως – 2ο παράδειγμα
Με την ίδια λογική, και για να σχολιάσω, παρεμπιπτόντως, κάτι από το τεύχος QV#4 Aρρενωπότητες, σκεφτόμουν πως η ανάγκη να βρίζεις και να υποτιμάς ως τρόπο να επιτίθεσαι ή/και να εκτονώνεσαι είναι τόσο ανθρώπινη όσο και οι μεταφορές για τις σχέσεις και τα πράγματα που ανέφερα παραπάνω. Το θέμα είναι ποιους, πότε και ειδικά με ποιον τρόπο βρίζεις κάποιον. Στο πλαίσιο της προβληματικής που βάζω παραπάνω, όταν η κυρίαρχη βρισιά είναι το «πούστης», δεν αρκεί μόνο να της κάνεις κριτική προσπαθώντας να την αποδομήσεις. Και μετά τι; Πως και τι θα βρίζουμε τώρα;
Σκεφτόμουνα λοιπόν ότι στις κοινότητές μας θα έπρεπε να υιοθετούμε, αντιπροτείνοντας στον κυρίαρχο υβριστικό λόγο, τις δικές μας βρισιές, που έχουν την ίδια λειτουργία αλλά που στοχοποιούν άλλους, αυτούς που έτσι κι αλλιώς έχουμε βάλει, ή θα έπρεπε να έχουμε βάλει, απέναντι. Τα παλιά τα χρόνια, για παράδειγμα, ειδικά οι αριστεροί, είχαν το «ρουφιάνος» για βρισιά. Από το να πεις κάποιον «πούστη» είναι σίγουρα καλύτερο ως πολιτική κουλτούρα που θέλεις να καλλιεργήσεις να βρίζεις κάποιον «ρουφιάνο», στοχοποιώντας αυτόν κι όχι τους πούστηδες. 
Επίλογος
Κλείνοντας αυτό τον προβληματισμό θα έλεγα πως θα πρέπει να σκεφτούμε, να φανταστούμε μάλλον καλύτερα, νέους τρόπους να γίνονται/κάνουμε τα πράγματα, νέους μύθους που θα μας ανακουφίζουν, νέες τελετές που θα μας εκτονώνουν και θα παίρνουν κομμάτι του πόνου από πάνω μας, νέες έννοιες και κατηγορίες για τα πράγματα που θέλουμε να χαρακτηρίσουμε όταν αυτές δεν υπάρχουν ή/και οι υπάρχουσες δε μας καλύπτουν, νέα αστεία και βρισίδια που να γουστάρουμε, νέα ρούχα και νέες σχέσεις, νέα σπίτια και νέες σεξουαλικές στάσεις. Και πρέπει να αρχίσουμε άμεσα γιατί αυτά τα πράγματα θέλουν χρόνο για να αναπτυχθούν και να θεμελιωθούν μέσα από τις διαδικασίες της κοινωνικής παραγωγής τους. Το καλό όμως είναι ότι λειτουργούν ήδη από την αρχή, πριν ακόμα ολοκληρωθούν. 

Η φαντασία μας είναι το βασικότερο εργαλείο για να κατασκευάζουμε ένα μέλλον που να μας χωρέσει καλύτερα καθώς καθημερινά προσπαθούμε να υπάρχουμε με αξιοπρέπεια - γιατί άλλωστε φαντασιακά θεσμίζεται το μέλλον στο παρόν.
Κι εμείς από φαντασία άλλο τίποτα.
ε, γιάννα; 
 




O Klaus Nomi πέθανε στις 6 Αυγούστου του 1983 στο νοσοκομείο Sloan Kettering Center στη Νέα Υόρκη, μόνος και τρομοκρατημένος. Ήταν από τα πρώτα θύματα του AIDS και έτσι κανείς δεν ήξερε να του πει τι έχει και γιατί πεθαίνει. Οι λίγοι φίλοι που τον επισκέφτηκαν στο νοσοκομείο, επίσης τρομοκρατημένοι, κρατήθηκαν σε απόσταση από εκείνον, όπως άλλωστε οι γιατροί και οι νοσηλευτές του. Η αντανακλαστική αντίδραση στην άγνοια ήταν να κρατήσουν 'αποστάσεις ασφαλείας', μια αντίδραση που αποδείχθηκε λανθασμένη. Είναι καλύτερα όταν οι άνθρωποι είναι κοντά, ε γιάννα;

Sunday, May 13, 2012

Η Μαγδαληνή ξανασταυρώνεται

 
Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από την ταινία Celui qui doit mourir (πρωτότυπος τίτλος), He Who Must Die (διεθνής), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (ελληνικός τίτλος) του Jules Dassin (1957) (μοντάζ δικό μου).
Η σκηνή στο σπίτι της Κατερίνας δεν υπάρχει στο βιβλίο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη, στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας. Άρα, η ιδέα του καθρέφτη ανήκει αποκλειστικά στην ιδιοφυία του Dassin. Άλλωστε, δεν είναι ο Καζαντζάκης αυτός που πίνει καφέ στα ίδια καφέ με τον Lacan.
Η συγκεκριμένη σεκάνς φωτίζει μία από τις αιτίες που πιθανά οδηγούν έναν άντρα στο κρεβάτι μιας εκδιδόμενης γυναίκας: για την παρέα, για τον ανταγωνισμό, για να καθαρίσει το κεφάλι του, να εκτονωθεί, να επιβεβαιωθεί, να ξεχάσει τις καθημερινές ήττες της αρρενωπότητας, να θυμηθεί πως στην έμφυλη ιεραρχία της πατριαρχίας όσο χαμηλά κι αν φτάσει κανείς πάντα θα υπάρχει και πιο χαμηλά μια γυναίκα και ακόμα πιο χαμηλά μια γυναίκα που εκδίδεται, επειδή της το επέβαλλαν, για χρήματα, για τη δόση της ή για πλάκα.   

Thursday, February 16, 2012

Κάποτε, πρέπει να ήταν γύρω στην Α’ Γυμνασίου, μια από αυτές της κοπέλες που πήγαιναν Α’ Γυμνασίου τη δεκαετία του 80’, μου έδωσε να συμπληρώσω το λεύκωμά της. Είχα αποφασίσει ότι θα είναι το τελευταίο λεύκωμα που θα συμπλήρωνα (μετά από καμιά 12αριά ίδια) όποτε θα το έκανα σωστά. Έτσι, όταν έφτασα στην κλασική ερώτηση «τι θα ήθελες να ήσουν αν δεν ήσουν αυτό που είσαι», την απάντησα ειλικρινά: «αθλητής». Κανένας βέβαια δεν πίστεψε ότι αυτή ήταν η πιο ειλικρινής απάντηση από όλες τις αντίστοιχες που είχα δώσει σε άλλα λευκώματα, γιατί...καμία σχέση. Αυτή η ερώτηση έρχεται ξανά και ξανά στο μυαλό μου από τότε. «Τι θα ήθελα να ήμουν αν δεν είμαι αυτό που είμαι;» πλούσιος; χριστιανός ή γενικά πιστός; κουτός;[:)] άσχημος; [:)] ξανθός; Ιάπωνας; μουσικός; τι;

Πρόσφατα έπεσα πάνω σε αυτό το βίντεο, που μου έδωσε την οριστική και πιο ειλικρινή απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση. Τώρα ξέρω τι θα ήθελα να ήμουν αν δεν ήμουν αυτό που είμαι. Θα ήθελα να είμαι ένα μελαχρινό αγόρι, με τέλειο κορμί, που χορεύει πάνω σε ένα τεράστιο παλούκι.


Sunday, October 23, 2011

τρία ποιήματα για δύο τσιγάρα και λίγες γουλιές Fernet


Ο Τρελός

Με ρώτησες πώς έγινα τρελός. Να πώς:
Μιαν αυγή, καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί, ξύπνησα από ένα λήθαργο κι είδα πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει κι είχα φορέσει σ' εφτά ζωές.
Έτρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας: "Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!"
Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν, κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.
Σαν έφτασα στην αγορά, ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε:
"Είναι τρελός!". Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω. Τότε, για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο, κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου. Και εκστασιασμένος φώναξα: "Ευλογημένοι, ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!"
Έτσι έγινα τρελός.
Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο: λευτεριά και σιγουριά. Τη λευτεριά της μοναξιάς και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν. Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν κάτι υποδουλώνουν μέσα μας.
Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου. Κι ένας κλέφτης ακόμα, όταν είναι φυλακισμένος, είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη.

Khalil Gibran


Έρωτας

Ν σο γλείψω τ χέρια, ν σο γλείψω τ πόδια –
γάπη κερδίζεται μ τν ποταγή.
Δν ξέρω πς ντιλαμβάνεσαι σ τν ρωτα.
Δν εναι μόνο μούσκεμα χειλιν,
φυτέματα γκαλιασμάτων στς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγορι σπασμν.
Εναι προπάντων παλήθευση τς μοναξις μας,
ταν πιχειρομε ν κουρνιάσουμε σ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Ντνος Χριστιανόπουλος


Τέλος

Τώρα πο βρκα πι μίαν γκαλιά,
καλύτερη κι π᾿ ,τι λαχταροσα,
τώρα πο μο ρθαν λα πως τ θελα
κι ρχίζω ν βολεύομαι μς στν κρυφ χαρά μου,
νιώθω πς κάτι μέσα μου σαπίζει.

Ντνος Χριστιανόπουλος

Monday, October 17, 2011

(σκηνές από το “Ένα Γελαστό Απόγευμα”, Α. Θωμόπουλος)


Αφιερωμένο σε αυτούς που αισθάνονται μπέτυ λιβανού στο κορμί του νίκου κούρκουλου

και σ' αυτούς που το αντίθετο

σε αυτούς που η αγάπη δεν αρκεί πάντα να υπάρχει

σε αυτούς που συχνά αναρωτιούνται αν ... θα μπορούσε τα πράγματα να ήταν κάπως διαφορετικά


Αυτό το blog οφείλει να πάψει να υπάρχει από την κυριακή

ε, και;


Sunday, January 09, 2011

Όλο λέω να το κάψω αυτό το blog κι όλο μου γλιτώνει. Τώρα βρήκα ένα παλιό μου κείμενο (πολύ πολύ παλιό) και είπα να το ανεβάσω.

This is pure noise

Διαβάζοντας αυτό το άρθρο έφαγα διάφορα φλας από τη σχέση που έχω εγώ με αυτό το είδους της ‘μουσικής’ – το γιατί βάζω τα εισαγωγικά θα γίνει κατανοητό παρακάτω. Όταν άκουσα πρώτη φορά κάτι τέτοιο θυμάμαι να σκέφτομαι σχεδόν αυτόματα: ‘αυτό είναι θόρυβος - δεν είναι μουσική αυτό το πράγμα’. Αλλά το ‘δεν είναι μουσική αυτό το πράγμα’ δεν είναι δική μου έκφραση…βρωμάει μαμά. Ναι, είναι η έκφραση που χρησιμοποιούσε η μαμά μου όταν άκουγα punk, ή πιο μετά όταν άκουγα techno. Θυμάμαι μάλιστα να σιγοντάρει και ο μπαμπάς μου και να λέει ‘τί ωραία που ήταν η δικιά μας μουσική, που είχε νόημα, που μπορούσες να την τραγουδήσεις στην κοπέλα σου, και που σε γέμιζε με συναισθήματα’ και εγώ θυμάμαι να λέω ‘δηλαδή τι, ‘άστα τα μαλάκια σου;’’ και αυτός να απαντάει ‘ακριβώς’, γεμάτος χαρά που βρήκα το παράδειγμα που έψαχνε για ώρα και τότε θυμάμαι πολύ καλά εγώ να σταματάω την κουβέντα.

Μετά θυμάμαι τον φίλο μου τον Άλκη που μια φορά μιλούσαμε για πολύ ώρα στο τηλέφωνο και σε κάποια φάση του λέω ‘ρε συ Άλκη, πήγαινε στο δωμάτιό σου να μιλήσουμε, γιατί αυτό το μίξερ της μάνας σου με ενοχλεί κάπως’ και εκείνος να απαντάει ‘στο δωμάτιό μου είμαι και ακούω μουσική’ και τότε εγώ θυμάμαι να λέω κάτι άλλο άσχετο αλλά πολύ ενδιαφέρον για να τραβήξω την προσοχή του αλλού. Και μετά θυμάμαι σε μια άλλη φάση να μιλάω με τον φίλο μου τον Άλκη πάλι στο τηλέφωνο και εγώ να είμαι στην τουαλέτα και να χέζω, και κάποια στιγμή να μου λέει ο Άλκης ‘αυτό που ακούς είναι υπέροχο, τόση ώρα που μιλάμε με έχει ηρεμήσει πάρα πολύ – τι είναι;’ και εγώ να απαντάω ‘είναι το ανεμιστηράκι του μπάνιου – δε ξέρω πως μπορώ να στο γράψω αλλά σίγουρα στοιχίζει λιγότερο από ένα cd’. Και θυμάμαι πολύ καλά ότι είχα χαρεί πολύ που υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι στον κόσμο όπως ο Άλκης και που ένας από αυτούς τους ανθρώπους είναι φίλος μου και μπορούμε να μιλάμε που και που στο τηλέφωνο.

Και κάτι άλλο που θυμάμαι είναι που κάποια στιγμή γνώρισα δύο παιδιά, δε θυμάμαι που και πως αλλά δεν έχει σημασία, τον ένα τον λέγανε Τομ, και πολύ γρήγορα μου είπαν ότι παίζουν μουσική και εγώ ρώτησα ‘τι μουσική;’ και αυτοί μου εξήγησαν ότι, απ’ ότι κατάλαβα, κάνουν κάτι που τώρα το αντιλαμβάνομαι κάπως σαν την αντίστροφη διαδικασία από αυτό που κάνει η Billy Roisz, δηλαδή παίρνουν σαν πρώτες ύλες εικόνες και τις μετατρέπουν σε ήχους, κάνοντας χρήση μηχανών σκαναρίσματος και μεγεθύνοντας τις συχνότητες που βγαίνουν από τις συνδεσμολογίες των μηχανημάτων τους, με χρήση φυσικά ενισχυτών και λοιπά, και επειδή εκείνο τον καιρό έβγαινα νικητής από μία μεγάλη προσπάθεια να πετάξω αυτές τις μαμαδίστικες στάσεις απέναντι στη μουσική από πάνω μου, ενθουσιάστηκα και τους είπα ‘τέλεια’ και ‘εγώ παίζω ακορντεόν’ και τότε ο ένας είπε και αυτός ‘τέλεια’ και ‘θα μπορούσαμε να παίξουμε μαζί κάποια στιγμή’ και εγώ απόρησα και το βλέμμα μου το έκανε εμφανές, και αυτός το είδε και μου είπε ‘θα βγεις σε κάποια φάση στο live και θα σπάσεις το ακορντεόν σου και θα χοροπηδάμε επάνω στα πλήκτρα και τις φυσούνες του, και ο Τομ, να γιατί θυμάμαι το όνομα του, θα ηχογραφήσει τους ήχους που αυτό θα βγάζει, και μετά θα τους παίξουμε αντεστραμμένους και θα είναι σαν να ξαναφτιάχνουμε το ακορντεόν σου, και….και…. ’ και εμένα αυτό το ‘σαν’ μου ακούστηκε τόσο δυνατό που επισκίασε όλα τα υπόλοιπα που μου έλεγε μιας και γνωρίζω καλά ότι αυτή μας η ενέργεια θα είχε αυξήσει δραστικά την εντροπία του συστήματος, κάτι που δεν θα επέτρεπε σε καμία περίπτωση να γίνει το ακορντεόν μου όπως ήταν πριν, ότι και να λέει ο καλλιτέχνης, και τότε εγώ παραλίγο να βάλω τα κλάματα και αποφάσισα να μην τους ξαναμιλήσω ΠΟΤΕ.


Thursday, November 11, 2010


WHAT QUEER FEST?

26/27/28 Νοεμβρίου 2010, αθήνα

3 ΗΜΕΡΕΣ 3 ΧΩΡΟΙ

Τρεις μέρες με συζητήσεις, περφόρμανς, προβολές, συλλογική κουζίνα και συλλογικές αντιστάσεις, με στάσεις τις επιθυμητικές μας αναζητήσεις και τις έμφυλες απορίες, στις απόρροιες του προσωπικού που γίνεται πολιτικό, τρεις μέρες με συναυλίες, πάρτι και εργαστήρια, χαρτογραφούμε τις εμπειρίες μας, ξανασκεφτόμαστε πάνω στα πολιτικά μας εργαλεία, αυτοοργανωνόμαστε, επιθυμούμε, χτίζουμε κοινότητες και δίκτυα, σμιλεύουμε τις οικειότητες αλλά και τις διαφορές μας και διασχίζουμε τους ιστούς της πόλης…


Όλα τα φύλα και όλες οι σεξουαλικότητες είναι ευπρόσδεκτες.



Οι αλλόκοτες και οι φεμινίστριες,
οι λεσβίες και οι αδερφές,
τα φρικιά και οι ανώμαλες,
οι τρανς και τα αγοροκόριτσα
της συνέλευσης

Saturday, August 29, 2009

Sparks - This Town Ain't Big Enough For The Both Of Us

http://www.youtube.com/watch?v=dBtj2ShktAU


Zoo time is he and you time
The mammals are your favourite type, and you want him tonight
Heartbeat, increasing heartbeat
You hear the thunder of stampeding rhinos, elephants and tacky tigers
This town ain't big enough for both of us
And it ain't me who's gonna leave

Flying domestic flying
And when the stewardess is near do not show any fear
Heartbeat increasing heartbeat
You are a khaki-coloured bombadier it's Hiroshima that you're nearing
This town ain't big enough for both of us
And it ain't me who's gonna leave

Daily, except for Sunday
You dawdle in to the cafe where you meet her each day
Heartbeat, increasing heartbeat
As twenty cannibals have hold of you, they need their protein just like you do
This town ain't big enough for both of us
And it ain't me who's gonna leave

Shower, another shower
You've got to look your best for him and be clean everywhere
Heartbeat, increasing heartbeat
The rain is pouring on the foreign town, the bullets cannot cut you down
This town ain't big enough for both of us
And it ain't me who's gonna leave

Census, the latest census
There'll be more girls who live in town though not enough to go round
Heartbeat, increasing heartbeat
You know that:
This town isn't big enough,
not big enough for both of us
This town isn't big enough,
not big enough for both of us
And I ain't gonna leave

Thursday, July 16, 2009

Δεν ακούει η κυρία, κύριε

Κάθε Παρασκευή, κατά τις 9 το πρωί με ξυπνάει η φωνή της λαϊκής αγοράς που έχει ξεκινήσει να στήνεται από πολύ πιο νωρίς. Ο τύπος που έχει άλλοτε αχλάδια και μήλα και άλλοτε κεράσια, αν και δε βρίσκεται ακριβώς κάτω από το παράθυρό μου, ακούγεται πιο καθαρά απ' όλους. Ξεκινάει από την πληροφορία “τα αχλάδια είναι τσάμπα – τα μήλα δωρεάν” την οποία επαναλαμβάνει όχι πάνω από 10 φορές. Τις περισσότερες φορές το ενισχύει με το “κυρία” στην αρχή: “κυρία, τα αχλάδια είναι τσάμπα - τα μήλα δωρεάν”. Πολύ σύντομα όμως εγκαταλείπει αυτό το σλόγκαν και έτσι καταλαβαίνει κανείς ότι δεν ήταν παρά το support, για να εισαχθεί στο κυρίως ρεπερτόριο: “Δεν ακούει η κυρία – κύριε” που επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο, με συχνότητα 7.5 φορές το λεπτό, μέχρι τις 3:00 το μεσημέρι.
“Κύριε, δεν ακούει η κυρία – κύριε¨.
Κάποιες φορές το σλόγκαν αντιστρέφεται: “κυρία, δεν ακούσει η κύριος – κυρία, ...” Έστω κι αν οι πρώτες πληροφορίες που δίνει ο συγκεκριμένος λαϊκός, δηλαδή ότι τα μήλα είναι τσάμπα και τ' αχλάδια δωρεάν δεν δίνουν πολλά περιθώρια να ασχοληθείς με την πιθανή αλήθεια του κύριου ρεπερτορίου, παρόλα αυτά, σε μια μεγάλη βόλτα με το μηχανάκι και έχοντας ξυπνήσει με τα συγκεκριμένα λόγια να μου τριβελίζουν το μυαλό, ασχολήθηκα λίγο παραπάνω με τα εν λόγω λεγόμενα. “δεν ακούει η κυρία – κύριε, είναι κουφή”.

Κατηγορίες κουφών:
Οι προφήτες
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν εκείνοι οι οποίοι δε θα σε αφήσουν ποτέ να ολοκληρώσεις μια ιστορία γιατί θα σε διακόψουν για να σου πουν αυτοί τη συνέχεια. Έτσι, προτρέχουν το φινάλε της ιστορίας σου και εσύ τις περισσότερες φορές πρέπει να πεις 'όχι' και να συνεχίσεις την ιστορία από εκεί που την άφησες πριν τη διακοπή, μέχρι την επόμενη διακοπή που θα συμβεί πολύ σύντομα και ξανά και ξανά η ίδια ακολουθία που σταματάει αναλόγως με την υπομονή καθενός. Φυσικά, αν επρόκειτο για αστεία ιστορία, το αστείο έχει πεθάνει ήδη από τη δεύτερη διακοπή. Μια πιθανή ολοκλήρωσή της δεν έχει πια να προσφέρει καμία εκτόνωση αφού η ιστορία λέγεται μόνο γιατί υπάρχει η ανάγκη υπεράσπισής της απέναντι σε όλα αυτά τα φινάλε που της προστέθηκαν χωρίς να της ανήκουν.
Μια τέτοια συνομιλία είναι εξαιρετικά επίπονη. Καμία στρατηγική αφήγησης δε φαίνεται να μπορεί να αποτρέψει τη διακοπή της. Είτε παρουσιάσεις την ιστορία βαρετή, είτε ενδιαφέρουσα, είτε μυστηριώδη, είτε οτιδήποτε, ο προφήτης αισθάνεται την ανάγκη να βρει το τέλος και το χειρότερο, να προλάβει να το πει σαν να θέλει να πάρει τα εύσημα: “μπράβο, αγάπη μου, το βρήκες”.
Συναντάται: συνήθως σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με την προώθηση προϊόντων και η συνήθειά τους ίσως να έχει προκύψει από το δόγμα: “εγώ θα σου πω πως έχουν τα πράγματα”. Συμβουλή: φρόντισε να λες σύντομες ιστορίες αλλιώς θα εξαντληθείς αμέσως. Επίσης, μη τους λες 'έχασες' μόλις σε διακόψουν για να σου πουν ένα άσχετο τέλος της ιστορίας σου γιατί αισθάνονται την ανάγκη να ξαναπροσπαθήσουν στα πλαίσια της ίδιας διακοπής, ενώ αλλιώς απλά θα σε διακόψουν σε λίγο, όταν θα αισθάνονται ότι τώρα έχουν περισσότερα δεδομένα για να ξαμαντέψουν το τέλος.











Οι συνειρμιστές
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν αυτοί που επίσης σε διακόπτουν αλλά για να πουν μια δική τους ιστορία που συνδέεται, τουλάχιστον στο δικό τους το μυαλό, με κάποιον τρόπο με κάτι που είπες. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί μία λέξη ή ένα επιμέρους νόημα το οποίο θα τους δημιουργήσει έναν συνειρμό τόσο ενδιαφέρον, για αυτούς πάντα, που θα θελήσουν να τον μοιραστούν μαζί σου. Στις καλύτερες περιπτώσεις θυμούνται ότι δεν έχεις ολοκληρώσει την ιστορία σου και σου ζητούν να το κάνεις. Αν ξαναπροσπαθήσεις, απλά θα δημιουργήσεις την προϋπόθεση για έναν νέο και ακόμα πιο ενδιαφέροντα συνειρμό από τη μεριά τους και άρα μία νέα ευκαιρία να σε διακόψουν. Οι ιστορίες με τις οποίες αντικαθιστούν τις δικές σου, συνήθως αφορούν την παιδική τους ηλικία, ή τα τραύματά τους, αλλά επίσης και κάτι ‘πολύ αστείο!’ που τους συνέβηκε και που εσύ ο ανυποψίαστος ενεργοποίησες με την αθώα λεξούλα σου.
Συναντάται: συνήθως σε ανθρώπους που δεν έχουν αδέρφια ή που τα αδέρφια του είναι πολύ πιο φλύαρα.
Συμβουλή: δεν υπάρχει σωτηρία αλλά μια στρατηγική είναι να μιλάς μαζί τους μόνο στο τηλέφωνο όπου έχεις τη δυνατότητα να κάνεις κάτι άλλο ταυτόχρονα. Μην κάνεις το λάθος να ρωτήσεις τι σχέση έχει αυτό με αυτό που έλεγες. Πάντα υπάρχει σχέση, έστω κι αν δεν την δεις ποτέ και στην προσπάθειά σου να καταλάβεις θα χάσεις την ευκαιρία σου να ολοκληρώσεις την ιστορία σου.

Οι σφαιρικοί
Και σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν άτομα που δεν αφήνουν να ολοκληρώσεις την ιστορία σου. Η διαφορά από τους προηγούμενους είναι ότι που αυτοί διακόπτουν για να σε ρωτήσουν λεπτομέρειες που τις περισσότερες φορές δεν προσθέτουν τίποτα στην πλοκή, τουλάχιστον όπως εσύ την είχες οργανωμένη. Για παράδειγμα, αν ξεκινήσεις μια ιστορία για κάποιον, τότε μόλις πεις το όνομά του σε ρωτάνε 'τι κάνει;', 'που τον πέτυχες;', 'τι φορούσε΄' και 'σε ρώτησε για μένα;', κτλ. Αν πάλι πεις μια ιστορία για κάτι που έγινε θα σε ρωτήσουν άμεσα 'που έγινε', ακόμα κι αν δεν έχει καμία σημασία.
Αν επιχειρήσω μια ερμηνεία θα έλεγα ότι φοβούνται ότι μια ιστορία που δεν περιέχει όλες τις λεπτομέρειες δεν αξίζει να λεχθεί. Με τις ερωτήσεις τους απαιτούν μια σφαιρική άποψη, έστω κι αν στην προσπάθειά τους αυτή θα χαθεί το ύφος και άρα το μισό νόημα. Επίσης έχουν την αίσθηση ότι με τον τρόπο αυτό δείχνουν το τεράστιο ενδιαφέρον τους για αυτό που θα τους πεις, ότι κι αν είναι αυτό, καθώς και τη μεγάλη τους διάθεση για συμμετοχή.
Συναντάται: σε αστυνομικούς και σε κάθε άλλον με το ίδιο επίπεδο κοινωνικής συγκρότησης καθώς και σε όσους διαβάζουν free press για να ενημερωθούν.
Συμβουλή: Μην πάτε μαζί τους σινεμά και αν δεν μπορείτε να το αποφύγετε κεράστε τους σε μεγάλη ποσότητα κάτι για να μασουλάν – ο θόρυβος από το μασούλημα είναι πολύ λιγότερο σπαστικός από τις ερωτήσεις τους προς το σεναριογράφο τις οποίες όμως απευθύνουν σε σένα.

Οι αχαϊστές
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν αυτοί που δε σε διακόπτουν και ακούν, ή μάλλον δείχνουν να ακούν, την ιστορία σου με μεγάλο ενδιαφέρον. Συχνά προσθέτουν διάφορα επιφωνήματα όπως αχά,...,αχά, ή 'άντε ρε!'. Μόλις τελειώσει σου λένε μια δική τους ιστορία, εντελώς άσχετη. Ακόμα κι αν τους ρωτήσεις για τη σχέση της μιας ιστορίας με την άλλη θα καταλάβεις ότι δεν το θεωρούν καν προϋπόθεση να συνδέονται αυτές οι ιστορίες, από τη στιγμή που η δική σου είχε άλλωστε τελειώσει. Λανθάνει μια έντονη πεποίθησή τους ότι ιστορία είναι κάτι που πρέπει να ειπωθεί για να σταματήσει να υπάρχει και κάτω από αυτή την προϋπόθεση κάθε ιστορία είναι ίδια.
Συναντάται: σε άτομα που συγκροτούν μια αχυρένια προσωπικότητα ανάλογα με την περίσταση. Δεν έχουν την ηθική, ή απλά την ευφυΐα να συνδυάσουν την ιστορία σου με μία δική τους από την γκάμα που διαθέτουν. Το πιο πιθανό είναι ότι βγαίνοντας από το σπίτι τους, μαζί με κάποια προσωπικά τους αντικείμενα, βουτάνε και κάποιες ιστορίες τις οποίες πρέπει να τις πούνε με όποια σειρά να' ναι γιατί αλλιώς θα αισθάνονται το βάρος να τις επιστρέψουν στο σπίτι.
Συμβουλή: μην παίξετε ποτέ μαζί τους στα χαρτιά “αγωνία”. Θα καταλάβουν πολύ γρήγορα ότι παίζει ένας κάθε φορά, αλλά μέχρι εκεί.

Οι δημιουργικοί
Όση ώρα μιλάς εσύ, οι δημιουργικοί κάνουν κάτι άλλο. Ζωγραφίζουν στη χαρτοπετσέτα ή την κάνουν κομμάτια, και μετά και το υπόλοιπο χάρτινο τραπεζομάντυλο, καθαρίζουν τα αφτιά τους, κάνουν σχέδια στη σαλάτα, ανακατέβουν το πιπέρι με το αλάτι και άλλα τέτοια. Μόλις σταματήσεις να μιλάς σταματούν κι εκείνοι και αρχίζουν μόλις ξαναξεκινήσεις. Δεν έχουν τίποτα να σου πουν και αν τους κάνεις κάποια έξυπνη ερώτηση θα καταλάβεις ότι δεν άκουσαν τίποτα απ' ότι έχεις πει. Αν αισθανθούν την ανάγκη να μιλήσουν θα που κάτι για το διπλανό τραπέζι ή θα επαναλάβουν την αγαπημένη τους φράση: 'τί άλλο;'
Συνηθίζεται: σε ανθρώπους που δουλεύουν με μουσική ή που δεν δουλεύουν.
Συμβουλή: όταν τους μιλάτε πιάστε τους τα χέρια και κοιτάξτε τους στα μάτια. Αν αυτό δεν γίνεται, μη τους μιλάτε.

Οι πνευματικοί
Οι πνευματικοί θα μπορούσες να μπερδευτείς και να νομίσεις ότι ακούνε, στην πραγματικότητα όμως είναι πιο κουφοί από οποιονδήποτε από τους παραπάνω. Τις περισσότερες φορές σε αφήνουν να ολοκληρώσεις, αλλά μόνο μία ιστορία. Τότε έρχεται ο δικός τους ρόλος, να ερμηνεύσουν ή/και να συμβουλέψουν. Οι περισσότερες ερμηνείες/συμβουλές είναι κοινότυπες και ανήκουν στα βασικά τους εργαλεία, δηλαδή χρησιμοποιούνται ίδιες για κάθε περίπτωση. Από αυτό βγαίνει άλλωστε και το συμπέρασμα ότι δεν ακούει η κυρία, κύριε. Συχνά οι ερμηνείες/συμβουλές είναι επικριτικές και σου δημιουργούν ενοχή για κάτι που είπες, στέφτηκες ή έκανες. Τότε αισθάνεσαι την ανάγκη να ξαναπείς την ιστορία λίγο αλλιώς αλλά σίγουρα πολύ πιο απολογητικά, για να αλλάξεις την εντύπωσή τους. Επίσης έχεις την ανάγκη να πεις και άλλες ιστορίες που θα δημιουργήσουν ένα άλλο πλαίσιο ερμηνείας. Είδες; έπεσες ήδη στην παγίδα τους. Αφού ξεπέρασες την απορία σου για την ξαφνική ερμηνεία/συμβουλή που σου ήρθε από το πουθενά, μετά άρχισες μόνος σου να αποζητάς μια άλλη, καλύτερη συμβουλή/ερμηνεία.
Συναντάται: σε γονείς, ή συγγενικά πρόσωπα και άτομα που εμπλέκονται σε new age καταστάσεις όπως yoga, feng sui, και γενικώς εναλλακτικό τρόπο ζωή ή απλά εναλλακτική μουσική.
Συμβουλή: Δεχθείτε τη συμβουλή, δεν έχετε άλλη επιλογή. Αν η συμβουλή εμπεριέχει τη χρήση κάποιου αντικειμένου, π.χ. ενός βοτάνου για να πιείτε ένα ρόφημα που ‘θα σας βοηθήσει πάρα πολύ’ ή μιας ρακέτας για να ξεκινήσετε τένις, μην πείτε ότι δεν το έχετε - θα προσφερθεί να σας το φέρει και θα έχει την ευκαιρία να σας επαναλάβει τις συμβουλές του πολλές ακόμα φορές.
Σημείωση: έχουν πάντα και σε περίσσια αυτό που θεωρούν ότι σας χρειάζεται.

Οι επικοινωνιακοί
Αυτοί όσοι μιλάτε όση ώρα μιλάτε τότε θυμούνται πόσο σημαντική είναι η επικοινωνία με...τους άλλους. Οπότε θυμούνται να τους πάρουν τηλέφωνο, να τους στείλουν μήνυμα ή ακόμα και να φύγουν για να τους συναντήσουν, σα δε ντρέπονται.
Συνηθίζεται: σε δικηγόρους και άλλους καλούς και δημοφιλείς ανθρώπους.
Συμβουλή: αν είστε μαζί τους και πρέπει να τους πείτε κάτι πολύ σημαντικό, πάρτε τους τηλέφωνο, έτσι τουλάχιστον θα το κρατήσετε απασχολημένο.

Οι δραματικοί
Τους συναντάς στο δρόμο και τους μιλάς και δεν κάνουν το κόπο να βγάλουν τα ακουστικά τους ή να χαμηλώσουν τη μουσική τους. Αν τους ρωτήσεις γιατί το κάνουν αυτό θα σου πετάξουν στα μούτρα ένα τεράστιο δράμα για τον άχαρο θόρυβο της πόλης που δεν αντέχεται πια ή ότι η δυνατή μουσική τους βοηθά να κάνουν λιγότερο μαύρες σκέψεις. Δεν είναι κουφοί αυτή τη στιγμή αλλά σε μια εικοσαετία, όπως δείχνουν έρευνες, θα γίνουν και θα κυκλοφορούν με ακουστικά...βαρηκοΐας.
Συναντάται: σε κακομαθημένα πλουσιόπαιδα η σε αντίστοιχα wanna be.
Συμβουλή: όταν θέλετε να τους μιλήσετε μπορείτε απλά να κουνήσετε τα χείλη σας, αυτοί θα καταλάβουν το ίδιο γιατί είναι εκπαιδευμένοι και εσείς θα εξοικονομήσετε ενέργεια που τη χρειάζεστε και εσείς και ο πλανήτης.

Οι κουφοί
Είναι οι πραγματικά κουφοί, οι οποίοι κάνουν τεράστιες προσπάθειες επικοινωνίας και έχουν απίστευτα αποτελέσματα. Ακούν πολύ περισσότερα από αυτά που λέτε.
Συμβουλή: μην τους κάνετε παρέα, θα απογοητευτείτε ακόμα περισσότερο από τους ακούοντες φίλους σας.

Με τα παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν ρίχνω την ευθύνη της κακής επικοινωνίας μόνο στους ακούοντες. Και οι ομιλητές έχουν το μερίδιο της ευθύνης τους και μάλιστα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι είναι η δική τους κακή συμπεριφορά που έχει εκπαιδεύσει τους ακροατές να μην ακούνε. Συχνά οι ομιλητές είναι φλύαροι, ενδιαφέρονται μόνο να πούνε τις ιστορίες τους και να μην ακούσουν τίποτα, λένε βαρετά πράγματα, δίχως καθόλου χιούμορ, φλυαρούν, οι ιστορίες τους είναι τόσο flat που ούτε ηλεκτροσόκ δεν τις ανανύβει, αποζητούν μια ερμηνεία ή μια συμβουλή και όταν την ακούσουν απογοητεύονται και αφού σας δείξουν πόσο τους απογοητεύσατε σας ζητούν μια άλλη, και, τέλος και το χειρότερο, δεν μπαίνουν στη διαδικασία να φτιάξουν μια ιστορία με τρόπο που να είναι έστω και λίγο ενδιαφέρουσα για τον ακροατή. Δεν μπαίνουν στη διαδικασίανα κρίνουν ποια ιστορία είναι πιο κατάλληλη και για ποιον ακροατή και φυσικά δεν προσπαθούν να εντάξουν τον ακροατή με έναν τρόπο που να αισθάνεται έστω και λίγο δημιουργικός σε αυτή τη φάση.
Τέλος, η αγαπημένη μου κατηγορία κουφών είναι οι
Οι ανεπίδεκτοι
Πρόκειται για περιπτώσεις όπου ζητάτε από κάποιον να κάνει κάτι. Αυτοί, ενώ το ακούνε, είναι σα να μην το άκουσαν. Ή δεν κάνουν τίποτα ή κάνουν επιδεικτικά το αντίθετο.
Συνηθίζεται: σε μαθητές των πρώτων θρανίων (είναι μύθος ότι οι μαθητές των τελευταίων θρανίων είναι ατίθασοι, αυτοί πραγματικά δεν ακούνε γιατί κάθονται πολύ μακριά και συνήθως δε χάνουν και τίποτα σπουδαίο)
Συμβουλή: κάντε ότι έκανε και ο Σπυριδάκης στη Γλυκιά Συμμορία μετά την αλησμόνητη ατάκα: "δεν ακούσει ρε μαλάκα είναι και κουφή" (4:00).

Wednesday, March 25, 2009

Νόμιζα πως δε θα έκανα ποτέ κάποιο ίσως τόσο βαρετό post όσο ένα post με στίχους, αλλά αφενός τα νομίσματα στην τράπεζα και αφετέρου τέτοια ώρα τέτοια λόγια.











Σε κάθε βήμα φαίνεται ανοίγονται δυο δρόμοι,
τον έναν δεν τον ξέρω, ο άλλος είναι της φωτιάς.
Κι άμα περάσεις από 'κει είναι σκληροί οι νόμοι,
μαζεύεις τα κομμάτια σου κι ύστερα προχωράς.
Μαζί σου δεν μπορούσα να κρατήσω πισινή,
καλούσα και το πείσμα και την τρέλα μου απ' τα βάθη.
Κι ισορροπούσα πάνω στο δικό σου το σχοινί,
ζητούσα το ρόδο, ζητούσα και τ' αγκάθι.

Θυμάμαι σ' αγαπούσα, τώρα πια δε νιώθω πώς,
κοντά σου ό,τι μ' έφερε αλλού τώρα με πάει.
Τα μαύρα σου τα μάτια γίναν μπλε και είναι αλλιώς,
αλλιώς το νιώθω μέσα μου αυτό που σπαρταράει.
Τώρα έχω στο δισάκι μου τεράστια περιουσία
και περπατώ ξοδεύοντας σε δύσκολη εποχή.
Στου κόσμου τα παράταιρα δε δίνω σημασία,
απ' την αγάπη πέθανα και να 'μαι ζωντανή.

Στο δρόμο της επιστροφής που μέτρησα από σένα
απ' τα σαράντα κύματα πέρασα για να 'ρθω.
Ο κύκλος που άνοιξε πλατιά, έκλεισε και για μένα
και τις καινούργιες θάλασσες μαθαίνω για να βγω.
Με μία τόσο ζόρικη και ωραία ιστορία
το ξέρω πως την πάθανε πολλοί κάποια φορά.
Γυρνώ, βλέπω τις στάχτες της, δεν έχει σημασία,
με τίποτα δε θ' άλλαζα μια τέτοια πυρκαγιά.

Για μένα ήσουν θανατηφόρος πυρετός
που μου 'δωσε όμως χάρη και μ' άφησε να ζήσω.
Και είδα πώς γίνεται απ' τα σκοτάδια φως,
σιγά-σιγά και εγώ ν' ανατέλλω μαζί του.

(Μελίνα Τανάγρη)

Sunday, March 22, 2009


Το παρόν κείμενο γράφτηκε στις αρχές του φθινοπώρου 2008 και θα αποτελούσε το εισαγωγικό κείμενο μιας έντυπης έκδοσης που θα περιλάμβανε κείμενα από αυτό το blog καθώς και άλλα κείμενά μου δημοσιευμένα ή μη. Η ιδέα αυτή αναβλήθηκε λόγω οικονομικής και συναισθηματικής κρίσης

Choose a username -
Ιστορία του ονόματός μου


Δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ήταν η στιγμή που άκουσα για πρώτη φορά το όνομά μου, αλλά μπορώ με μεγάλη σιγουριά να πω ποιο ήταν αυτό: Αλέξανδρος. Α-λε-ξαν-δρος. Ολόκληρο. Αυτό το ολόκληρο ήταν που έκανε τη διαφορά και άρα τα πράγματα δύσκολα. Η μάνα μου βλέπετε ήταν κάπως πιο μοντέρνα από την εποχή της. Επέβαλε λοιπόν στην μικρή επαρχιακή πόλη στην οποία ζούσαμε να με φωνάζουν Αλέξανδρο. Ούτε Αλέκο, ούτε Αλέξη, αλλά… «Αλέξανδρο το λένε το παιδί». Σαν να ήξερε ότι σε λίγα χρόνια δε θα υπήρχε κανένα παιδί που να τον λένε Κώστα αλλά Κωνσταντίνο, ούτε Μένιο αλλά Μελπομένη, ούτε Τάσο αλλά Αναστάση, κοκ.

Εγώ μέχρι να πάω στο σχολείο δεν είχα κανένα πρόβλημα με το όνομά μου. Ήταν απλά το όνομά μου, δηλαδή ένα χαρακτηριστικό που με διαφοροποιούσε από τα άλλα άτομα που είχαν διαφορετικά ονόματα. Στο σχολείο όμως τόσο οι άλλοι μαθητές όσο και οι δάσκαλοι γρήγορα μου έδειξαν ότι το όνομά μου με διαφοροποιούσε κι από τα άλλα παιδιά που είχαν το ίδιο όνομα με το δικό μου και αυτό προκαλούσε μια αμηχανία τόσο σε μένα, όσο στους μικρούς αλλά και στους μεγάλους που ερχόταν σε επαφή μαζί μου. Έτσι, κάθε φορά που συστηνόμουνα ως Αλέξανδρος, εκείνοι θεωρούσαν σωστό να με διορθώσουν, αλλάζοντας το όνομά μου σε Αλέκο. Αλέκος βλέπετε ήταν το πιο συνηθισμένο όνομα που μπορούσε να προκύψει από το βαφτιστικό Αλέξανδρος. ‘Αλέκο’ λέγανε και άλλους συμμαθητές μου – Αλέξανδρο μόνο εμένα.

Στην αρχή αισθανόμουν άσχημα ακριβώς τη στιγμή που συνέβαινε η διόρθωση του ονόματός μου αλλά σύντομα αυτό το άσχημο συναίσθημα της ενοχής, της αμηχανίας και της ντροπής έκανε την εμφάνισή του πριν χρειαστεί καν να συστηθώ, αλλά ήδη από τη στιγμή που καταλάβαινα ότι πρόκειται να με ρωτήσουν ποιο είναι το όνομά μου και φανταζόμουνα τη φάτσα που θα έπαιρναν οι άνθρωποι στο άκουσμα της απάντησης. Πρόσφατα, πολύ μεγάλος δηλαδή, κατάλαβα ότι αυτό συνέβαινε γιατί το όνομά μου δήλωνε μια διαφορετικότητα. Και ότι η διαφορετικότητα θέλει ειδική διαχείριση. Και ότι αυτή η διαχείριση είναι δύσκολη. Και ότι συχνά συνοδεύεται από δυσάρεστα συναισθήματα. Και ότι το γεγονός ότι αισθανόμουν άσχημα πριν καν πω το όνομά μου ήταν επειδή η εξουσία του κυρίαρχου στο διαφορετικό είχε πια εσωτερικευτεί.


Η διαφορετικότητα είναι όμως μια αμφίδρομη σχέση – σχέση δύο κατευθύνσεων: το ότι εγώ είμαι διαφορετικός από εσένα σημαίνει αυτόματα ότι κι εσύ είσαι διαφορετικός από εμένα. Με το δεδομένο αυτό, δεν δικαιολογείται μια μονόδρομη άσκηση εξουσίας από κάποιον σε κάποιον άλλο. Με άλλα λόγια, δε φτάνει να είναι κάτι διαφορετικό για να του ασκηθεί εξουσία. Πρέπει πρώτα αυτή η διαφορετικότητα να επενδυθεί με ειδικά νοήματα και συνδηλώσεις που να την τοποθετούν σε συγκεκριμένη θέση στην ιεραρχία. Μπορεί το διαφορετικό να τοποθετηθεί υψηλότερα στη ιεραρχία και μπορεί και χαμηλότερα, εξαρτάται από την κουλτούρα, τις προθέσεις και πολλά άλλα πράγματα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα αυτιστικά παιδιά που επειδή ήταν διαφορετικά από την πλειοψηφία των παιδιών, για τους Ίνκας ήταν ιερά παιδιά που έχαιραν ειδικού σεβασμού και μεταχείρισης ενώ για του Έλληνες του 20ου αιώνα ήταν τα καθυστερημένα που πρέπει να τα κλείσουμε σε ψυχιατρικά ιδρύματα.

Η διαφορετικότητα από μόνη της λοιπόν δε σημαίνει τίποτα, αλλά σπάνια αυτή εμφανίζεται μόνη της χωρίς συνκείμενα και συνδηλώσεις που να δηλώνουν ότι κάποιος είναι ‘καλύτερος’ από τον άλλο, ή τουλάχιστον έτσι να νομίζει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το όνομα Αλέξανδρος δεν ήταν μόνο διαφορετικό από το Αλέκος, αλλά σήμαινε ότι αυτός που το φέρει είναι φλώρος. Άκου Αλέξανδρος…Δηλαδή τι μας το παίζει, αριστοκράτης; Γιατί δε θέλει να τον λένε Αλέκο σαν όλους τους άλλους; Είναι πιο έξυπνος αυτός από τους άλλους; Είναι πιο μάγκας; Και ποιος είναι αυτός που θα μας βάλει να λέμε όλο αυτό το όνομα κάθε φορά που θέλουμε να τον φωνάξουμε; Έτσι είσαι; Κι αν σε φωνάξουμε Αλέκο δηλαδή τι θα κάνεις; Τσαμπουκά; Κι αν σε φωνάξουμε Αλεξίπτωτο;

Αν αδράξω της ευκαιρίας που μου δίνεται τώρα, έστω κι αργά, για να μιλήσω για τα πράγματα από τη δική μου σκοπιά, θα ήθελα να σας πω ρε παιδιά ότι, αλήθεια, εγώ δεν είχα καμία πρόθεση να υπονοήσω τίποτα από όλα αυτά. Πραγματικά. Δεν είμαι πολύ φλώρος αλλά ούτε θέλω τσαμπουκά. Να μωρέ, είναι απλά το όνομά μου. Ούτε καν το διάλεξα μόνος μου. Αν με ρωτήσετε μάλιστα, ούτε εμένα μου αρέσει. Δεν θα έλεγα σε κανένα να βγάλει το παιδί του Αλέξανδρο. Αλλά τώρα τι μπορούμε να κάνουμε; Επίσης, ήθελα να σας πω ότι το αλεξίπτωτο δεν είναι όνομα.

Μάλλον αντίστοιχες σκέψεις έκανα από τότε, ή μπορεί και να μην ήταν σκέψεις αλλά απλά ασυνείδητα αντανακλαστικά, γιατί θυμάμαι καλά να έχω τόσο κουραστεί μ’ αυτό το θέμα που στην πέμπτη δημοτικού έκανα την επανάστασή μου προς την κατεύθυνση της κανονικοποίησης και αποφάσισα να συστήνομαι ποια ως Αλέκος για να τελειώνουμε. Έτσι απλά θα γινόμουνα κι εγώ ‘παιδί της γειτονιάς’ και όχι ‘των σαλονιών’, θα ήμουν πιο μάτσο, ένα κανονικό παιδί σαν όλα τα άλλα, ένα παιδί που να μπορείς να εμπιστευτείς.
Αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο εν τέλει, όχι γιατί δεν το υιοθετούσε ο κόσμος, κάθε άλλο, όσο πιο κανονικό είναι κάτι τόσο πιο εύκολα αφομοιώσιμο, αλλά να μωρέ, αυτό το όνομα δεν επιτελούσε πάνω μου τη βασική λειτουργία που έχουν τα ονόματα: όταν ακούγονται να καταλαβαίνεις ότι αναφέρονται σε σένα και να γυρίζεις. Για μένα αυτό ήταν ένα ξένο όνομα. Ήταν σχεδόν σαν να με φωνάζουν Δημήτρη. Έτσι το ‘κοψαν κι αυτοί - το ‘κοψα κι εγώ.
Συνέχισα λοιπόν με το όνομά μου ολόκληρο μέχρι το τέλος του λυκείου. Δεν μπορώ να πω - έχει και τα θετικά του. Είναι ολόιδιο με το όνομα που γράφει η ταυτότητα και με το όνομα που λένε οι καθηγητές στο σχολείο και άρα με το όνομα που υιοθετούν οι νέοι συμμαθητές, οπότε δεν χρειάζεται να τους ζητάς να το αλλάξουν. Μου φαινόταν άλλωστε τεράστια μιζέρια για κάποιον να διορθώνει μόνος του το όνομά του. Να βγαίνουν οι συμμαθητές στο πρώτο διάλειμμα και να παίζεται ο διάλογος:
- Γειά σου Αλεξάνδρα.
- Βασικά Σάντυ με λένε!

Συνολικά πάντως θεωρώ τώρα πως το όνομά μου ήταν αρκετά αποδυναμωμένο σε κοινωνικό επίπεδο και αυτό είναι μάλλον φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς ότι ούτε καν εγώ δεν το υποστήριζα. Κάτι τέτοιο γινόταν ξεκάθαρο από το γεγονός ότι αυτή η λανθάνουσα κατάσταση ανάμεσα στο κανονικό και το διαφορετικό, που εγώ είχα μεν πάνω μου κάτι διαφορετικό αλλά που δεν το υποστήριζα αφού ήθελα να είναι κανονικό κτλ., είχε αφήσει δίπλα του πολύ χώρο για τη δημιουργία άλλων ονομάτων, δηλαδή παρατσούκλια. Έτσι, από πολύ νωρίς στη ζωή μου οι κοντινοί μου άνθρωποι με φώναζαν με διάφορα παρατσούκλια που εκείνοι έφτιαχναν ή που έπαιρναν έτοιμα από άλλους. Είχα, λοιπόν, πάντα παρατσούκλια, αμέτρητα παρατσούκλια. Παρατσούκλια όπως ‘χωριάτης’, ‘βλάχος’, ‘βοσκός’, ‘αυστριακός’, που αναφέρονται στη δυσμενή καταγωγή μου, άλλα όπως Ράινερ, που αναφέρονται στην αδυναμία μου να προφέρω το ‘ρο’ αλλά και με καμία απολύτως αναφορά όπως ας πούμε Θωμάς, Τάκης, Λάκης, που δεν είχα ιδέα πως είχαν προκύψει και ούτε γιατί λειτουργούσαν, αλλά λειτουργούσαν ίσως λόγω οικειότητας της φωνής που τα συνόδευε - δεν ξέρω.

Κάποια στιγμή, φοιτητής ήμουνα θυμάμαι, όταν μετά από μια μεγάλη περίοδο όπου το όνομά μου ήταν Έψας, από τις γνωστές πορτοκαλάδες, ή Γαλαγάλας από μια αστεία επωνυμία της περιοχής απ’ όπου κατάγομαι, κάποιος πάνω στη μαλακία με είπε Αλέξη. Και αφού γελάσαμε για κάνα δυο μέρες με αυτό και τις αναφορές του στο γνωστό κρυόκωλο άσμα του γνωστού Πασχάλη (όνομα κι αυτό!), το όνομά μου έγινε Άλεξ, κι έμεινε έτσι για πολλά χρόνια. Αυτό το όνομα με χαρακτήρισε στον πολιτικό μου χώρο και η υιοθέτησή του τοποθέτησε πιο επιτακτικά κάποια κριτήρια οικειότητας. Έτσι, όποιος με έλεγε Αλέξανδρο ανήκε στην οικογένεια, στο , στο γραφείο ή στους παλιούς γνωστούς και όποιος με έλεγε Άλεξ ανήκε στους φίλους και τους συντρόφους.

Και κάπου τότε, κάπως αργά είναι η αλήθεια, άρχισαν τα χρόνια της μεγάλης διαφοροποίησης. Αποφάσισα να μην προσπαθώ άλλο να είμαι κανονικός κανονικός και να γίνω αυτό που ήμουν από πάντα: κανονικός πούστης. Για να γίνει αυτό έπρεπε να κάνω μία στάση στο Άμστερνταμ, όπου το όνομά μου έγινε κάτι μη αναγνωρίσιμο ακόμα κι από μένα αλλά ευτυχώς ήταν μικρό – μικρό το όνομα, μικρό το κακό, όπως άλλωστε είχα μάθει από μικρός. Με την επιστροφή μου στη ελληνική μητρόπολη κινήθηκα σε μέρη που έβλεπα για πρώτη φορά. Σε υπόγεια μαγαζιά, στενούς δρόμους και σκοτεινά πάρκα, μέρη όπου το οπτικό πεδίο ήταν πολύ μικρό και συνεχώς μίκραινε καταλήγοντας συχνά να περιορίζεται σε μια μικρή περιοχή έντονης τριχοφυΐας. Στα μέρη αυτά έπρεπε συχνά να συστηθώ, έτσι, για να σπάσει ο πάγος. Το όνομά μου τις περισσότερες φορές ξεχνιόταν πολύ γρήγορα και για αυτό είχε άλλη λειτουργία από τη συνηθισμένη. Ένα όνομα έπρεπε απλά να είναι καβλωτικό, να μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μιας φαντασίωσης. Με αυτή τη συνθήκη πειραματίστηκα αρκετά. Έμαθα πως περίπου είναι να σε λένε Νίκο, Αντρέα, Γετόν, Μάκη, Λεωνίδα, Αντρέ.

Εκείνοι καύλωναν κι εγώ είχα μια αίσθηση ότι με τον τρόπο αυτόν δεν θα "σπιλώσω" με τις πράξεις μου το δικό μου όνομα αλλά ένα άλλο όνομα, κι άρα ένα άλλο υποκείμενο. Έτσι είχα και την αίσθηση μιας μικρής άφεσης, ότι δεν τα κάνω εγώ όλα αυτά αλλά κάποιος άλλος. Ήταν τόσο απλό, σαν ένα μαγικό, που μπορεί να σε ξεγελάσει έστω και για λίγο. Θα μπορούσα να μην είμαι ο Αλέξανδρος ο γιος της μάνας μου, ο μαθητής του 16, ο αδερφός της Νάντιας, αλλά ένα απλό πουστράκι χωρίς ιστορία, ένας αλβανός ή ένας μάτσο γαμιάς.

Φυσικά το όνομα από μόνο του δε θα αρκούσε σε καμιά περίπτωση, αλλά ήταν μια καλή αρχή. Μάλιστα θυμάμαι μια φορά αποφάσισα να μιλήσω σε έναν υπέρκαυβλο σε ένα μπαρ και όντας άβγαλτος ξεκίνησα την κουβέντα λέγοντας: «Γεια, με λένε Αλέξη». Ο τύπος λοιπόν απευθείας μου απάντησε: «Δε παίζει φίλε» κι εγώ είπα «οκ!». Μετά όμως αισθανόμουν χάλια τόσο για τη χυλόπιτα όσο και για την απίστευτη κρυοκωλιά με την οποία πήγα να αρχίσω την κουβέντα και αποφάσισα ότι χειρότερα δεν μπορώ να τα κάνω οπότε ξαναπήγα και του λέω: «Γεια, με λένε Γιώργο, καλύτερο;». Αρχίσαμε να γελάμε και δε θα το πιστέψετε…γαμηθήκαμε!

Στις πιο κυριλέ αντίστοιχες καταστάσεις, λοιπόν, που το όνομά μου δεν ήθελα να ξεχαστεί τόσο εύκολα, είδα τον εαυτό μου να συστήνεται ως Αλέξης. Ήταν ένα άλλο όνομα, που το είχα επιλέξει εγώ, που ήταν κοντινό στο βαφτιστικό μου αλλά δεν έφερε το βάρος του παρελθόντος μου, ήταν πιο ανάλαφρο, πιο εύκολο να το πει κανείς και το πιο σημαντικό: ήταν για μένα καινούριο. Το γεγονός ότι ήταν ένα νέο, άλλο όνομα με βοηθούσε στη νέα περφόρμανς που ήθελα να δώσω ως η νέα περσόνα που ήθελα να κατασκευάσω. Ήταν σαν το όνομα που επιλέγει μια αρτίστα για να την υποστηρίξει στη παρουσία της στη σκηνή. Ήταν μια συνθήκη να χτίσω τον εαυτό μου σαν από την αρχή. Και ήταν ένα ακόμα διακριτικό για τις σχέσεις οικειότητας. Με τον τρόπο αυτό και για λίγο καιρό θα χωρίζονταν οι φίλοι και σύντροφοι από τους εραστές.


Κάποιες φορές σκέφτομαι πως με μια τέτοια ιστορία πίσω μου τοποθετούμαι κάπως πιο κοντά στο να καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο δύσκολο αλλά και τόσο σημαντικό για την Γιώργο να την λέμε από δω και στο εξής Μαίρη, για τον Φιλαρέτη να τον λέμε μόνο Αχιλλέα. Καταλαβαίνω ακόμα γιατί στην ορθόδοξη εκκλησία που ο μοναχισμός είναι αναχωρητικός, όποιος δηλαδή φεύγει δεν ξαναγυρίζει στα κοσμικά, επιβάλει στον Προκόπη να μετονομαστεί σε αδελφό Θεόκλητο, με μια νέα τελετή βάπτισης. Και πιστέψτε με κάνω προσπάθεια να καταλάβω κι αυτούς της show biz που αλλάζουν ξαφνικά το όνομά τους γιατί ψωνίστηκαν διαφορετικά αλλά και για να βρω πως εγώ είμαι διαφορετικός από όσους το αλλάζουν γιατί απλά κάθεται καλύτερα στα εξώφυλλα των περιοδικών. Και σίγουρα καταλαβαίνω τη βία που ασκείται σε καθένα από αυτά τα άτομα όταν κάποιος άλλος αποφασίζει να προβεί στην απαραίτητη διόρθωση του ονόματος, γιατί την έχει δει όργανο της αστυνομίας του κανονικού.

Ότι ένα νέο όνομα μπορεί να αποτελέσει μια πρώτη συνθήκη δημιουργίας μιας νέας υποκειμενικότητας φυσικά δεν το ανακάλυψα εγώ. Όλο το δίκτυο των αγγελιών, από τις παραδοσιακές αγγελίες στις εφημερίδες μέχρι τις σύγχρονες μηχανές προξενιού (βλ gaydar, gayromeo, κτλ.) σε αυτό βασίζονται. Το username είναι μια κατάσταση που κανείς έχει τη δυνατότητα να επιλέξει το όνομα που θα τον εκπροσωπήσει σε μια φανταστική κοινότητα. Ξεκινώντας από αυτό ως το πρώτο στοιχείο που πρέπει να δηλώσει κανείς, χτίζεται ένα προφίλ μιας υποκειμενικότητας που δεν υπήρχε πριν – δεν έχει παρελθόν και η συνθήκη αυτή είναι που θα καθορίσει το παρόν και το μέλλον της. Από το όνομα που διαλέγει κανείς σε αυτή τη συνθήκη μπορείς να πάρεις μια ιδέα του ανθρώπου που κρύβεται από πίσω, ή τουλάχιστον της φαντασίωσής του. Σε κάποιες περιπτώσεις το όνομα θέλει να δώσει τη μέγιστη δυνατή πληροφορία μέσα σε σύντομο χώρο και έτσι προκύπτούν ονόματα όπως αυτό του Gym34top4real. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις στόχος είναι να θολώσουν τα νερά όπως στην περίπτωση του Eros407. Ο Panos7 θέλει μάλλον να πείσει ότι είναι το αγόρι της διπλανής πόρτας, μεσοτοιχία με τον Pano6 ενώ ο Psolaras σίγουρα δεν φαίνεται να αποζητά κουβέντα για την εμπορευματοποίηση της έκφρασης.

Είναι πάντως πολύ ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς τι όνομα επιλέγει κανείς για τον εαυτό του όταν έχει αυτή τη δυνατότητα. Τώρα μου ήρθε και η απίστευτη ιστορία μιας κυρίας που τα χρόνια της δικτατορίας κατέβηκε στην Αθήνα από το χωριό της κάπου στην ήπειρο με σκοπό να αλλάξει το επίθετό της. Βλέπετε, για κακή της τύχη είχε παντρευτεί τον κύριο Βλάχο και θεωρώντας τον εαυτό της άτυχο που υπέπεσε στη θέση να λέγετε κα. Βλάχου, κίνησε γη και ουρανό για να το αλλάξει και τα κατάφερε. Μπορείτε να καταλάβετε φαντάζομαι πόσο δύσκολο θα ήταν αυτό ειδικά μέσα στη δικτατορία. Όταν τη ρώτησαν πώς θέλει να είναι το καινούριο της όνομα εκείνη, με τα σωστά της, απάντησε ‘Βλαχομήτρου’. Έτσι κι έγινε.

Όσον αφορά έμενα και πάλι, τη στιγμή που σας γράφω είμαι ακόμα πολύ μπερδεμένος με την ποικιλία των ονομάτων που με χαρακτηρίζουν. Στη δουλειά μου και στους νέους μου γνωστούς συστήνομαι ακόμα ως Αλέξανδρος. Αυτό έχω μάθει να κάνω και σίγουρα μου είναι πολύ χαζό να συστηθώ με το παρατσούκλι μου, Άλεξ. Αυτό το αφήνω να το μάθουν όσοι πιστοί ανακαλύψουν την πηγή της οικειότητας μόνοι τους. Έχω δει πως αναφέρομαι στον εαυτό μου χρησιμοποιώντας και τα τρία μου ονόματα: Αλέξανδρος, Αλέξης και Άλεξ. Τώρα ποια δεν έχω ανάγκη να συστήνομαι στα κωλόμπαρα με το πούστικο όνομά μου (Αλέξης) αφού έχω βρει τη σύνδεση με το παρελθόν μου παραμένοντας το ίδιο άτομο. Έτσι μπορώ να με φανταστώ ως πούστη και Αλέξανδρο μαζί (sic?). Το όνομα αυτό έχει πια διασυρθεί από τους αμέτρητους Κωνσταντίνους, Κλεομένες, Θανάσηδες κτλ και δεν ακούγεται πια διαφορετικό αλλά μάλλον τρέντι κάτι που με κάνει και πάλι να αισθάνομαι ντροπή κι αμηχανία όταν το χρησιμοποιώ, αν και για άλλους λόγους απ’ ότι παλιά. Είναι όμως ακόμα το όνομά μου. Το όνομα της τρυφερότητας και της σκληράδας κι αυτό το κάνει πολύ πραγματικό. Από την άλλη έχω και το Αλέξης, το όνομα της νέας μου συγκρότησης που με έχει κάνει αναγνωρίσιμο, φίλο και γκόμενο.

Μετά από αυτή τη μακρά βιογραφία του ονόματός μου υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι κουρασμένος να αλλάζω, να μαθαίνω να αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε τόσους διαφορετικούς ήχους και έχω μια διάθεση να φέρω κοντά τους συντρόφους με τους εραστές, τους συναδέλφους με τους φίλους σε μια συνθήκη που να μην μοιάζει με τον πύργο της Βαβέλ. Από την άλλη όμως μου έχει μείνει ακόμα και η συνήθεια του παράνομου, να ψάχνω νέα ονόματα, να κάνω νέα προφίλ, να απαντάω προβοκατόρικα στα blogs, να υπογράφω τα κείμενά μου με διαφορετικά ονόματα. Άλλωστε δεν μπορώ να επιλέξω ένα όνομα κι ούτε νομίζω ότι χρειάζεται. Αισθάνομαι ότι έχω καταφέρει να δημιουργήσω ένα φάσμα ονομάτων και μια συνθήκη που ο κάθε άνθρωπος που έρχεται κάποια στιγμή κοντά μου να μπορεί να επιλέξει αυτός τον τρόπο με τον οποίο θα με φωνάζει, ακόμα και να εισάγει ένα νέο παρατσούκλι για μένα, και αυτό μου αρέσει γιατί δίνει στις σχέσεις μου μια άλλη δυναμική (παιδί;).

Αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να είμαι θα σας απαντούσα θα ήθελα να είμαι απ΄ αυτούς που βγάζουν παρατσούκλια, γιατί αυτή την ικανότητα δεν την έχουν όλοι και δεν νομίζω ότι την έχω εγώ. Θα ήθελα όμως να μπορώ να ονομάζω ξανά τους ανθρώπους και τα ονόματα αυτά να υιοθετούνται από αυτούς κι από τους φίλους τους. Κι αν με ρωτήσετε που θα ήθελα να ζω θα σας απαντούσα σε ένα μέρος που θα είχαμε όλοι παρατσούκλια, που το όνομα της ταυτότητας δε θα σήμαινε απολύτως τίποτα για μας και για τις σχέσεις μας. Που δεν θα αρκούσε να σου πω εγώ πως με λένε για να μάθεις το όνομα μου αλλά που θα έπρεπε να μάθεις πως με λένε οι άλλοι. Κι αλήθεια δεν πιστεύω πως υπάρχουν κακά παρατσούκλια, μόνο αληθινά.


Till Better
(τα ονόματα και τα παρατσούκλια που αναφέρονται παραπάνω είναι ψεύτικα και ειδικά κατασκευασμένα για να υπηρετήσουν τις πραγματικές καταστάσεις στις οποίες αναφέρονται αλλά και το θέμα του κειμένου)