Saturday, January 21, 2006


Και ενώ την περασμένη εβδομάδα νομοθετείται η άρση της μονιμότητας στο δημόσιο τομέα, υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης έκανε την παρακάτω δήλωση: «δεν επιτρέπεται το ¼ του πληθυσμού να έχει ειδικά προνόμια» εννοώντας τη μη μονιμότητα που ισχύει στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η εξίσωση των δικαιωμάτων προς τα κάτω, δεν με ξενίζει και είναι σίγουρα σημείο των καιρών. Μάλιστα ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει και μια καλή ιδέα αν αυτή εφαρμοστεί και σε άλλες περιπτώσεις. Στο γάμος για παράδειγμα. Μήπως, αφού κάποιοι δεν έχουν αυτό το ‘προνόμιο’, να αρθεί ως δικαίωμα από όλους; Αυτό σίγουρα θα ήταν ενδιαφέρον. Νομίζω τελικά ο τύπος είναι πολύ μπροστά…

Saturday, January 07, 2006

Ζευγαροσχέση

ή αλλιώς








γιατί η Κάντυ έψαχνε το(ν) Τέρι και γιατί δεν τον βρήκε

Η ετεροροκανονική κοινωνία των ετεροφυλόφιλων έχει δομηθεί ολόκληρη στις σχέσεις ζευγαρώματος. Η οικογένεια είναι η θεσμοθέτηση αυτής τη τάσης και για το ποιος είναι ο ρόλος της στην επιβολή κοινωνικών μοντέλων δε θα έφτανε να γράφουμε για μέρες. Αυτό που καταλήγει να γίνει οικογένεια είναι η σχέση ζευγαρώματος. Ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι λόγοι που οδηγούν δύο ανθρώπους να “τα φτιάξουν”; Τί αποτέλεσμα έχει αυτό; Τί κερδίζουν και τί χάνουν μέσα σε μία σχέση; (προσοχή … ακολουθούν κάποιες σκέψεις)

Οι ζευγαρωμένοι έχουν τελικά μικρότερη κοινωνικότητα από τους άλλους; Όταν το ζευγάρι είναι αυτό που φεύγει πάντα πιο νωρίς από μία παρέα και που δεν συμμετέχει συχνά στις πιο εξτρέμ προτάσεις της (βλ. νυχτερινά μπάνια, ξενύχτια, σέα, μέα, κοκ), αυτό τους πάει πίσω κοινωνικά; Έχουν λιγότερους φίλους; Έχουν φίλους μέσα στην παρέα; Έχουν παρέα; Τους ενδιαφέρει αυτό; Θα τους στοιχήσει το ίδιο να χάσουν ένα φίλο όπως αν δεν είχαν σχέση; Μάλλον όχι. Το ρίσκο είναι μικρότερο. Ο μοναχικός άνθρωπος, μη έχοντας άλλη επιλογή μπαίνει με άλλο τρόπο σε μια σχέση μη σεξουαλική. Αντίθετα, ο ζευγαρωμένος, έχει την καβάτζα του και αυτό του δίνει μια άλλη δύναμη προσέγγιση της μη σεξουαλικής σχέσης.

Μεγάλη υπόθεση η καβάτζα. Ειδικά στο σεξουαλικό. Ουσιαστικά, ειδικά οι βραδινές έξοδοι σε πολυκοσμικούς χώρους εμπεριέχουν μία διάθεση ερωτικού παιχνιδιού. Δηλαδή βγαίνεις για να ψωνιστείς, έστω και το λες διαφορετικά αν είσαι str8. Οπότε τα μπαράκια και τα club είναι για μπακουροπαρέα. Το μπακούρι ψάχνει, πιάνει τα βλέμματα, κοιτάζει τα σώματα, φλερτάρει. Ο ζευγαρωμένος, ως ζευγαρωμένος, ή δεν έχει ακολουθήσει στο χώρο που γίνονται αυτά, ή ήρθε και είναι ψιλοξενέ τόσο για την παρέα όσο και για το υπόλοιπο μαγαζί, ή, τέλος, πήγε για να φορέσει κάνα κέρατο όπου αυτό και αν φαίνεται. Σίγουρα τα παραπάνω δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γενικευτούν αφού ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του θέση στον κοινωνικό χώρο είτε μέσα σε ζευγαροσχέση είτε όχι. (Υπερβάλω για να καταδείξω μία διαφορά που πιστεύω κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ανάμεσα στους έχοντες ζευγαροσχέση και στους άλλους).

Είναι γεγονός ότι μέσα σε ένα gay μπαρ, το ζευγάρι το κοιτάνε όλοι. Ίσως είναι το γεγονός ότι τα μέλη του ζευγαριού συνήθως δεν αποκρίνονται στα λοιπά ερωτικά καλέσματα που κάνει τους υπόλοιπους να σκυλιάζουν. Είναι μεγάλο θέμα να έχεις το σεξ όποτε το θέλεις χωρίς να χρειάζεται να το ψάχνεις.

Η σχέση ήταν για μένα μια ανάγκη για κανονικότητα. Μικρός ζήλευα πολλά από τα σημεία των σχέσεων που είχαν οι φίλοι μου. Υπήρχε μια συγκεντρωμένη συντροφικότητα, μια αλληλεγγύη, μια ασφάλεια. Κανονίζαν τί θέλουν να κάνουν μόνοι τους και όποιος ήθελε θα μπορούσε να ακολουθήσει. Η ζευγαροσχέση είναι η πιο ευέλικτη ομάδα. Βέβαια, σύμφωνα με την άλγεβρα, τρία άτομα χρειάζονται για τη δημιουργία μιας ομάδας. (προσοχή… ακολουθούν μαθηματικά…αλλά από αυτά της αφήγησης, τα πιο χαλαρά). Τα τρία άτομα συνολικά δύναται να δημιουργήσουν μεταξύ τους έξι σχέσεις, και είναι η πρώτη φορά που οι σχέσεις που δημιουργούνται είναι περισσότερες από τα μέλη της ομάδας, κάτι που στην θεωρία ομάδων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση. Άσχετα με τα μαθηματικά, εγώ ξέρω ότι δύο άτομα φτιάχνουν την πιο ευέλικτη ομάδα. Χρειάζεται μόλις 2 ψήφους για να υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία, άρα η ομοφωνία επιτυγχάνεται σχετικά γρήγορα απ’ ότι σε πιο πολυπληθείς ομάδες. Σίγουρα είναι πιο εύκολο να έχει κανείς σχέση με έναν άνθρωπο από να έχει με περισσότερους. Και αυτό το βλέπουμε σε ένα κάρο κόσμο ως επιλογή.

Εγώ λοιπόν βαρέθηκα αυτήν την απόλυτη ελευθερία της ατομικότητάς μου. Βαρέθηκα να έρχεται καλοκαίρι και να μπορώ να πάω οπουδήποτε με οποιονδήποτε και μετά να φύγω για όπου αλλού με όποιον άλλον. Βαρέθηκα να παίρνω μόνος μου αποφάσεις για τη ζωή μου. Οι φίλοι πολλοί, άλλα όλοι δεσμεύονται μόνο μέχρις ενός σημείου, αφού… ‘δεν είστε και ζευγάρι’.

Η ατομικότητα μέσα στη ζευγαροσχέση εκφράζεται με τελείως διαφορετικό τρόπο. Πώς θα ήταν άραγε η ατομικότητα κάποιου έξω από τη σχέση του; Τί θα φορούσε; Θα πήγαινε σινεμά; Τί θα έτρωγε; Θα είχε φίλους; Ότι και να ήταν, για πολλούς δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα ούτε για απλή σκέψη - δεν ήταν ποτέ μόνοι τους. Οι ανάγκες, οι συνήθειες και γενικά η συνολική επιτέλεση όλων των αισθησιοκινητικών διαδικασιών που ορίζει το πρωτόκολλο μιας ζευγαροσχέσης, έχουν διαμορφώσει μία σιαμαία ατομικότητα όπου κάθε αποχωρισμός θα αποτελούσε μοιραίο. Έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια για αυτό. (Όχι όμως τόσο πολλά όσο για τους έρωτες που δεν έχουν να κάνουν με σχέση).

Εγώ έκανα σχέση γιατί πολύ ξεκάθαρα έψαχνα για σχέση. Το φίλτρο ήταν εξαιρετικά ενεργοποιημένο. Κάθε νέα γνωριμία έπαιρνε αμέσως το χαρακτηρισμό της: φίλος, σέξ ή σχέση; Λιγότερη αναμονή είχε η δεύτερη θέση. Πιο εύκολα θα μπορούσα να κοιμηθώ με κάποιον, αλλά αυτόν με τον οποίο θα μπορούσα να ξυπνήσω θα τον περνούσα μετά από τα μύρια φίλτρα της ζευγαροσχέσης. Αν δεν τα ικανοποιούσε θα απογοητευόμουνα και θα πήγαινα στον επόμενο, πάντοτε ψάχνονταν τον the one, αυτόν με τον οποίο θα έκανα σχέση. Μέσα σ’ αυτό το αλισβερίσι, προέκυπταν και οι φίλοι. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται έξω από σχέση ένιωθα ανολοκλήρωτος. Έστω και αν είχα περάσει τέλεια ένα βράδυ με την παρέα μου, την στιγμή που όλοι θα την κάνανε με τα ταίρια τους, θα ένιωθα την απόλυτη δυστυχία και θα έπαιρνα τους δρόμους για να βρω και εγώ το δικό μου. Ποτέ δεν εκτιμούσα το άδειο μου κρεβάτι και την αγκαλιά του μαξιλαριού μου. Και τότε ήταν που κάθε βλέμμα στο δρόμο για το σπίτι αποκτούσε νόημα, ήταν οι τελευταίες ελπίδες. Τα προφίλ στο διπλανά αυτοκίνητα, οι μοναχικοί διαβάτες, οι μεθυσμένοι, οι τελευταίοι της κάθε μέρας. Τώρα όλα αυτά άλλαξαν. Υπάρχουν στιγμές που εγώ και το μαξιλάρι μου θέλουμε να μείνουμε μόνοι, να θυμηθούμε τα παλιά, αλλά αυτό το διαχειρίζομαι με νέες, πιο ασφαλείς διαδικασίες.

Ναι, δεν μπορώ να πω, ο βαθμός κανονικότητας της σχέσης είναι αρκετά ανεβασμένος. Αν έχεις σχέση, κοινονικοποιείσαι πιο εύκολα. Βασικά είναι λυμένο το σεξ. Δηλάδή το’ χεις όποτε γουστάρεις. Εκτός βέβαια απ΄ όταν ο σύζυγος έχει πονοκέφαλο ή περίοδο. Πάντως δε λιώνεις σόλες στο πεζοδρόμιο. Ή στις πίστες. Ή και στα δύο. Είμαι χαρούμενος που δεν τρέχω από πάρκο σε μπαρ και από μπαρ σε πάρκο. Έχω περισσότερα λεφτά, κάνω πιο γρήγορα ντουζ στο κολυμβητήριο, δεν κινδυνεύω να τρακάρω κάθε φορά που περνάω έξω από την πυροσβεστική και έχω χρόνο για μένα και χώρο στον εγκέφαλό μου, για να επεξεργαστώ άλλα ζητήματα από αυτά του sex in the city.

Η σχέση είναι τόσο κυρίαρχο μοντέλο που προσφέρει μία κανονικότητα ακόμα και στις ακραίες περιπτώσεις μη κανονικότητας όπως οι gay, οι λεσβίες, οι τρανς και τα λοιπά τέρατα της ετεροκανονικότητας. Είμαι σίγουρος πως άμα το έλεγα στη μάνα μου...με σχέση από το να της το έλεγα...χωρίς σχέση, σίγουρα θα είχε μεγάλη διαφορά. Όχι ότι θα χαιρόταν...άλλά να, αν δεν ήταν τίποτα μαύρος να περιπλέξει κι άλλο την κατάσταση, θα αισθανόταν μια ανακούφιση. Αυτό που θα πάθαινε, ένας γνωστικός ψυχολόγος θα την έλεγε ‘γνωστική σύγρουση’. Ένας κοινωνιολόγος, ‘εγκατάλειψη ενός στερεοτύπου’. Ένας ψυχαναλυτής, ενώ θα έπαιρνε τα περισσότερα, θα κουνούσε λίγο το κεφάλι του. Ας κάνουμε λοιπόν έναν οξύμωρο παραλογικό συλλογισμό: Ο γιος μου είναι πούστης - οι πούστηδες είναι εκείνα τα άρρωστα, εξαθλιωμένα, μοναχικά, ανώμαλα, πράγματα που είναι συνεχώς δυστυχισμένα, αφού σε όλη τους τη ζωή θα είναι μόνα και το ξέρουν- ο γιος μου έχει σχέση (ουπς- σύγκρουση- μάνα παρτ’ αλλιώς), ο γιός μου δεν είναι μόνος - ο γιος μου δεν είναι ένα εκείνα τα άρρωστα, εξαθλιωμένα, μοναχικά, ανώμαλα, πράγματα που είναι δυστυχισμένα αφού σε όλη τους τη ζωή θα είναι μόνα και το ξέρουν (;;;;;), ούπς! Α!, ξέχασα να σας πω, η γνωστική σύγκρουση δεν πετυχαίνει τόσο εύκολα, θέλει πολύ περισσότερο για ένα στερεότυπο να καταρεύσει. Γιατί ο πούστης που έχει σχέση, έχει σχέση με έναν άλλο πούστη και τώρα γίνανε δύο οι πούστηδες όποτε φαίνονται πιο πολύ και πιο πολλοί και τί να διαλέξεις τελικά σαν μάνα και συ; Δεν ξέρω τί θα ήταν τελικά πιο εύκολο να αποδεχτεί κανείς: τον μοναχικό πούστη γιο που θα μείνει για πάντα μόνος και δυστυχισμένος ή να γνωρίσουμε τον άλλον, αυτόν που γαμάει το γιο μας, για να ηρεμήσουμε; Το πρόβλημα του πούστη , που παραμένει μέσα σε σχέση ή έξω από αυτή, είναι ότι δεν θα γεράσει με γυναίκα που ως γνωστόν, πέραν από καλύτερη νοσοκόμα από έναν άντρα, είναι η μοναδική που μπορεί να προσφέρει την ευτυχία του φυσιολογικού. Η μοναξιά του πούστη αναφέρεται άμεσα στην έλλειψη της γυναίκας και ως εκ τούτου και με γκόμενο ακόμα, ο πούστης είναι ίσως δυο φορές μόνος. Αυτές θα μπορούσε να είναι πρώτες σκέψεις, σε δεύτερο επίπεδο η ύπαρξη της σχέσης θα μαλάκωνε τον πόνο και την ανησυχία των γονέων του πούστη. Είπαμε, το μοντέλο είναι κυρίαρχο και ως εκ τούτου εύκολα καταναλώσιμο.

Σχέσεις είναι το κυρίαρχο μοντέλο. Είναι τόσο κυρίαρχο που σίγουρα ένα μεγάλο ποσοστό θα θεωρούσε τον άνθρωπο από τη φύση του ζευγαρωμένο. Ο χριστιανισμός το είπε ξεκάθαρα.... η γυναίκα φέρει το νεφρό του άντρα, που σαν φιλεύσπλαχνος και αρτιμελής της έδωσε τον ένα του νεφρό για να κι αυτή η καημένη ημιτελής. Έτσι όταν τα μωρά μου είναι μόνα τους έχουν από ένα νεφρό και ως εκ τούτου η μοναξιά θέλει συχνή αιμοκάθαρση.

Η σχέση έχει ουκ ασήμαντο κοινωνικό βάρος. Όταν δύο άνθρωποι έχουν σχέση, έχουν ήδη φτιάξει μια δομή και αυτό είναι πολύ αναγνωρίσιμο. Τα ζευγάρια σε οποιαδήποτε ομάδα έχουν άλλο βάρος. Ένας καλός τρόπος να ενταχθείς σε μία ευρύτερη ομάδα είναι τα φτιάξεις με κάποιον από κει ή να πας και τον γκόμενό σου. Πολλές φορές αρκεί και μόνο να πεις ότι έχεις γκόμενο για ανέβεις στην εκτίμηση της ομάδας, για λόγους που προείπα.

Αν δεν έχεις σχέση πάλι, τρως σόλες όπως επίσης προείπα. Αλλά τρώγοντας σόλες κάνεις άλλες σχέσεις. Φιλικές πολλές φορές. Και δεν χρειάζεστε τα μαθηματικά να μας πούνε πόσες περισσότερες σχέσεις δημιουργούνται εκεί έξω από τις δύο σχέσεις των δύο ατόμων. Πάντα κάτι λείπει, όπως είπε μετά από πολλά (λεπτά και λεφτά) ο ψυχαναλυτής μου.

Εμένα μου αρέσει που έχω σχέση. Αισθάνομαι πιο κανονικός και τώρα έχω ανάγκη να είμαι λίγο κανονικός. Σαν από αυτούς. Για λίγο, ίσα για να ξεκουραστώ. Και μετά θα δω τί θα κάνω γιατί βρε αδερφέ «μόνοι μας γεννιόμαστε - μόνοι μας πεθαίνουμε» (μπλιαχ). Δεν ξέρω γιατί κάνω όλη αυτήν την προσπάθεια αποδόμησης. Ο ψυχίατρός μου μου είπε ότι αυτές οι αποδομήσεις δεν μου κάνουν πολύ καλό και ότι καλό θα ήταν να μην αμφισβητώ τα πάντα αλλά να έχω έναν άξονα να βλέπω τα πράγματα τον οποίο να μην τον θίγω, και να διαβάσω Αλτουσέρ. Λάθος, ξέρω γατί το κάνω. Για μην καταντήσω σαν εκείνα τα ζευγαράκια που μου ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι. Για να φτιάξω μια σχέση σύμφωνα με τις δικές μου ανάγκες, για να μην αντιληφθώ κάποια στιγμή μετά από χρόνια ότι έχασα ένα κάρο πράγματα και ανθρώπους στην προσπάθειά μου να εναρμονίσω τις συνήθειές μου με αυτές του one, που τελικά έγινε minus one, και γιατί το κυρίαρχο πάντα μου μύριζε κάτι σε χυμένο γάλα και δεν μπορώ να το φάω έτσι.


Α!! ναι, ξέχασα.... Όπως καταλαβαίνετε από τα παραπάνω, αν η Κάντυ εύρισκε τον Τέρι, θα τελείωνε και η σειρά, γιατί η ζωή είναι εκεί έξω.

Ελίζα

Thursday, January 05, 2006

Περί έρωτα:
Έρωτας είναι το σύνολο των συναισθημάτων που κάποιος με έκανε να αισθανθώ. Κινήσεις που έκανα. Σκέψεις. Που τα έκανα ίσως για πρώτη φορά, ίσως όχι. Αλλά που τα έκανα με αφορμή και αιτία κάποιον. Αν δεν υπήρχε αυτός τίποτα από όλα αυτά δεν θα υπήρχε. Όλα όμως αυτά είναι δικά μου. Εγώ τα αισθάνθηκα, εγώ τα σκέφτηκα, εγώ τα γεύτηκα. Αυτά, τα δικά μου, είναι που μου λείπουν όταν φεύγει. Δε μου λείπει αυτός. Μου λείπουν τα πράγματα που έκανε σε μένα. Μου λείπουν τα πράγματα που έπαθα. Αυτά είναι συνειρμικά συνδεδεμένα με κείνον. Είναι όμως δικά μου. Ίσως τα ξανααισθανθώ. Κάποια άλλη στιγμή, με άλλη αφορμή και αιτία. Αφορμή και αιτία όμως δε θα μπορούσε να αποτελέσει ο οποιοσδήποτε, οποτεδήποτε. Γι αυτό και δεν είναι μόνο συνειρμική η σύνδεση του αυτού με τα πράγματα που μου δημιούργησε. Είχε αυτό, που η ετοιμότητά μου να απολαύσω, δημιούργησε ή έφερε κοντά μου ή και τα δύο. (Prigodis, 2004)

Αν ο έρωτας είναι μία νοητική κατασκευή , εξ’ ορισμού είναι ατομικός και δεν μοιράζεται. Για να το αποδείξω αυτό θα χρειαστεί να ακολουθήσω την αντίθετη διαδρομή από αυτή που ακολουθείται συνήθως για να δικαιολογήσει κάποιος την ανεξάρτητη ύπαρξη μιας έννοιας, πέραν από ένα γνωστικό σύστημα που την κατασκεύασε και την αντιλαμβάνεται. Έτσι, όταν κάποιος λέει για παράδειγμα ότι ο αριθμός, ή ο χρόνος, αποτελούν μια νοητική κατασκευή, η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να αποτελούν νοητική κατασκευή από την στιγμή που τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι τους μοιράζονται. Μια νοητική κατασκευή είναι λοιπόν ατομική περιουσία. Έτσι λοιπόν, ο έρωτας, ως νοητική κατασκευή είναι κατασκεύασμα του ενός. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορούν δύο άνθρωποι να είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Απλώς, ο κάθε ένας από αυτούς απολαμβάνει έναν δικό του έρωτα και σε καμία περίπτωση ο έρωτας δεν είναι κοινός.

Ο έρωτας, όπως κάθε νοητική κατασκευή, βασίζεται στη βασική ικανότητα του ανθρώπου για αφηρημένη σκέψη. Τίποτα στη φύση δεν είναι δύο. Το δύο είναι μία αφηρημένη ενέργεια να βλέπουμε κάτι κοινό ανάμεσα σε δύο παιδιά και δύο πορτοκάλια. Ας μη ξεχνάμε πως ‘ένα κι ένα ίσον δύο’ είναι ένα φρικτό ψέμα. Μια σταγόνα βροχής στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και άλλη μία κάνουν μια μεγάλη που έτρεξε και χάθηκε. Ας δούμε λίγο τί λέει ο Μπόρχες για το αφημένο και τον έρωτα. «Το αφηρημένο μπορεί να είναι πιο έντονο από το συγκεκριμένο. Τα παραδείγματα δε λείπουν. Παιδί, περνούσα ένα καλοκαίρι στη βόρεια επαρχία του Μπουένος Άιρες: η απέραντη πεδιάδα, οι άντρες που πίναν το ματέ τους στην κουζίνα μ΄ενδιέφεραν ζωηρά, όμως η χαρά μου ξεπέρασε τα όρια σαν έμαθα πως εκείνος ο τόπος ήταν η ‘πάμπα’ και πως εκείνοι οι άντρες ονομάζονταν ‘γκάουτσος’. Το ίδιο ισχύει και για τον ερωτευμένο που δεν του λείπει η φαντασία. Το αφηρημένο (η αδιάκοπη επανάληψη του αγαπημένου ονόματος, ο τύπος, η πατρίδα, το θαυμάσιο μέλλον που ονειρεύεται για τον καλό του) υπερισχύει των αληθινών χαρακτηριστικών, που γίνονται ανεκτά χάρη στα προηγούμενα.»

Τί άλλο να πει κανείς για την αφαίρεση που συμβαίνει στον έρωτα πέραν από το βασικό του χαρακτηριστικό που είναι οι φανταστική παρουσία και οι διάλογοι που την συμπληρώνουν: «Αν ήταν εδώ μαζί μου σ’ αυτή την ταινία, θα έλεγε αυτό, και εγώ θα του έλεγα αυτό και αυτός θα χαμογελούσε και μετά θα μου έλεγε αυτό για με πειράξει και εγώ θα έκανα ότι δε με πείραξε και θα απαντούσα αυτό με ένα σαρκαστικό ύφος και αυτός τότε θα έπιανε τα τσιγάρα του και θα μου έκλεινε το μάτι». Αυτό, και η αναπάντεχη αλλαγή που δεν αφήνει πίσω της καμία απορία.

Saturday, December 31, 2005



Ο Σύλλογος Gay Φίλων του Πυροσβέστη (ΣGΦΠ), καλεί τα μέλη του να λάβουν μέρος στην εκδρομή που θα διοργανώσει για τα μέλη και τους φίλους την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2005. Η εκδρομή θα έχει προορισμό τις εγκαταστάσεις της Πυροσβεστικής Ακαδημίας στην Κάτω Κηφισιά. Εκεί θα έχουμε να ευκαιρία να γνωρίσουμε τα τμήματα νεοσυλλέκτων, και να παρακολουθήσουμε μέρος από την σκληρή τους εκπαίδευση που περιλαμβάνει ασκήσεις ετοιμότητας με πλήρη εξάρτηση καθώς και σωματικές ασκήσεις για φυσική κατάσταση σε αστικό και δασικό περιβάλλον. Το μεσημέρι θα έχουμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε τους εσωτερικούς χώρους της ακαδημίας, κοιτώνες, ντουζ και γυμναστήρια και να έρθουμε σε επαφή με τον τρόπο που οι εκκολαπτόμενοι πυροσβέστες περνούν την ώρα τους μετά την πρωινή εκπαίδευση.
Η διοίκηση της ακαδημίας θα προσφέρει στους εκδρομείς μεσημεριανό γεύμα στο εστιατόριο των εγκαταστάσεων, μαζί με τους σπουδαστές. Εκεί θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον άνθρωπο πυροσβέστη και να του προσφέρουμε για λίγη ώρα φιλική συντροφιά, μια ζεστή κουβέντα και ίσως μια καλή συμβουλή.
Το απόγευμα θα επισκεφτούμε το μουσείο της σχολής όπου εκτίθενται παλιές και νέες πυροσβεστικές στολές, εξαρτήματα, οχήματα και μια μεγάλη συλλογή από φωτογραφικό υλικό που αφορά το ανθρώπινο δυναμικό της πυροσβεστικής. Θα ακολουθήσει ένα ελεύθερο δίωρο όπου θα μπορεί ο καθένας από μας να κινείται ελεύθερα στους χώρους της σχολής, ντυμένος.
Τέλος, νωρίς το απόγευμα θα παρακολουθήσουμε μια επίδειξη διάσωσης θυμάτων σεισμού από μέλη της ΕΜΑΚ. Ένας τυχερός από μας θα έχει την ευκαιρία να παραστήσει το θύμα που θα απεγκλωβίσει από τα συντρίμμια ο ειδικός της ΕΜΑΚ. Στο τέλος της επίδειξης κάθε συμμετέχον θα λάβει ως ενθύμιο ένα ημερολόγιο με φωτογραφίες πυροσβεστών πριν και μετά την εκτέλεση του καθήκοντος. Τα ενθύμια θα μοιράσουν οι νεοσύλλεκτοι και εκεί θα μας δοθεί η ευκαιρία να σφίξουμε το χέρι τους και να τους πούμε πόσο σημαντικό είναι για μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ. Θεωρούμε χρέος μας ως διοργάνωση να ενημερώσουμε τους πιθανούς ενδιαφερόμενους ότι σε συνεργασία με το Σύλλογο για την Προστασία των Πυροσβεστών (ΣΠΠ) θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποτραπεί οποιαδήποτε συμπεριφορά θα μπορούσε να βλάψει τη σωματική ακεραιότητα των πυροσβεστών, όπως είχε γίνει στην περσινή εκδρομή, όπου ένας από εμάς όρμησε και δάγκωσε τον αριστερό μηρό ενός πυροσβέστη κατά τη διάρκεια της επίδειξης που μας έκανε για τη χρήση της πυροσβεστικής κάνουλας.

Για εκδήλωση ενδιαφέροντος: http://meincamp.blogspot.com/
θέσεις απεριόριστες

Είμαι 36 χρονών, ιδιωτικός υπάλληλος και έχω εφτά χρόνια τώρα σχέση με έναν συνομήλικο μου. Φυσικά οι γονείς μου δε ξέρουν τίποτα και ούτε θα ήθελα να μάθουν. Αυτό θα σήμαινε ότι θα μου ‘κοβαν τα φράγκα για πάντα. Με έχουν πρήξει να βρω μια γυναίκα, να παντρευτώ, να νοικοκυρευτώ κτλ. Εγώ θέλω να μείνω με τον Κώστα, αλλά είναι πολλά τα λεφτά Άρη και ο κώστας είναι αρκετά φτωχός. Ψάχνω κοπέλα με το ίδιο πρόβλημα για αλληλοκάλυψη, λευκό γάμο και γιατί όχι ένωση των περιουσιών. Ο Κώστας μπορεί να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού.

Καλή μου κουκουβάγια θα ήθελα κάτι να σε ρωτήσω. Να, εμένα γενικώς δε μ’ αρέσουν οι πούτσοι. Να φανταστείς δεν σκεφτεί ποτέ να ασχολούμαι με τους πούτσους. Μ’ αρέσει μόνο ο πούτσος του Κώστα. Έχει το τέλειο μέγεθος, ωραίο σχήμα και μυρίζει υπέροχα. Είναι λίγο στραβός, αλλά έχει ένα ονειρεμένο ροζ, υγρό κεφαλάκι που τρελαίνομαι να το βλέπω να χύνει όταν τον παίζω με τα χέρια και τη γλώσσα μου. Καλή μου κουκουβάγια, μήπως είμαι bi;

Είμαστε ένα ζευγάρι λεσβίων που ο μπαμπάς της μίας ξέρει photoshop. Ζητάμε ζευγάρι gay, straight looking, straight acting, για να πάμε μαζί διακοπές και να βγάλουμε κανονικές φωτογραφίες.


S/M Love
Όσον αφορά κάποιον άνθρωπο που πληρώνει να του χαστουκίζουν τον κώλο ενώ κάθεται στα γόνατα κάποιου άλλου, να του φέρονται σαν μωρό, να βυζαίνει και να κατουριέται πάνω του σε ένα παλιμπαιδίστικο σεξουαλικό παιχνίδι, να εξαναγκάζεται να σέρνεται γύρω από ένα χώρο παριστάνοντας την ηλεκτρική σκούπα με ένα αγγούρι στον κώλο του, αυτό που μένει να ρωτήσουμε είναι ποια ουσιαστική αλλαγή συμβαίνει όταν ο τραπεζιτικός επενδυτής βγάζει το αγγούρι από τον κώλο του και επιστρέφει στο γραφείο του.(Stabile)

Κλέφτικο

Εγώ ένα ξέρω. Τσουτσούνι = Άντρας. Μουνί = Γυναίκα. Τσουτσούνι θέλει Μουνί = Άντρας θέλει Γυναίκα. Μουνί θέλει Τσουτσούνι = Γυναίκα θέλει Άντρα.

Άντρας θέλει Άντρα = δεν είναι άντρας αυτός. Είναι πούστης.

Γυναίκα θέλει Γυναίκα;. Παλιολεσβίες.

Άντρας δε θέλει να είναι άντρας, θέλει γυναίκα. Άντρας γίνεται γυναίκα και ως γυναίκα θέλει άντρες. Τι είναι; Μήπως είναι gay, μήπως είναι straight γυναίκα;

Γυναίκα δε θέλει άλλο να είναι γυναίκα, θέλει άντρας. Γυναίκα γίνεται άντρας και ως άντρας έχει σχέση με γυναίκα. Τι είναι; Μην είναι βόας, μην είναι κροταλίας; Η γυναίκα που τα έφτιαξε μαζί του τι είναι; Εγώ θα σας πω τι είναι. Είναι πούστηδοι, λεσβίες και ανώμαλοι. Είναι αλλόκοτοι. Είναι queer που λεν και στο χωριό μου. Που γίνονται όλα αυτά;

Μήνα σε γάμο γίνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο γίνονται ουδέ σε χαροκόπι.

Οι queer κάνουνε πόλεμο με νύφες και μ’ αγκόνια.

Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες,
χωριά κι' αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να μαι σκλάβος των αντρών, κοπέλι 'ς τους γερόντους.

Θέλετε δέντρα ανθήσετε, θέλετε μαραθήτε,
'ς τον ήσκιο σας δεν κάθουμαι, μαϊδέ και 'ς το δροσιό σας,

θα πάρω το τουφέκι μου να πάω νε γίνω queer.

δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτσαμπασήδες,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, να ρθούν τα χελιδόνια,

θέλω να γίνω απαυτσινοί, που κάνουν τον αγώνα

Καβάλλα τρώνε το ψωμί, καβάλλα πολεμάνε,

Κι αν τύχει εκεί να λαβωθώ και ξαναγίνω straight
ντουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια να μην πήτε,
και σας ακούση η μάννα μου, κ' η δόλια γη αδελφή μου.
Κι' α ρθούν και σας ρωτήσουνε, πρώτη φορά μην πήτε,
κι' α σας διπλορωτήσουνε και δεύτερη και τρίτη,
μην πήτε πως σκοτώθηκα να μην κακοκαρδίσουν,
μόν' πήτε πως παντρεύτηκα εδώ 'ς αυτά τα μέρη,
πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα,
κι' αυτά τα λιανολίθαρα, αδέρφια και ξαδέρφια.

Η μάνα μ’ είν’ ηλίθια και δεν θα καταλάβει,

είν σαν τη μαμά του όμορφου, του έρημου του Κίτσου

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν να τον κρεμάσουν,
χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω,
κι’ ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μαννούλα.
"Κίτσο μου, που είναι τάρματα, που τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
-Μάννα λωλή, μάννα τρελλη, μάννα ξεμυαλισμένη,
μάννα, δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
μόν' κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;"

Τρία πουλάκια κάθονται μέσ' 'ς το Γερακοβούνι,
το να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατ' τό Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:

η ετεροκανονικότητα είναι πολιτικό σύστημα


Το σπίτι του εθνοφρουρού

Αυτό το καλοκαίρι επισκέφτηκα την Κύπρο και πιο συγκεκριμένα τη Λευκωσία. Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Λάρνακα, ως καλός back packer, έψαξα το λεωφορείο που θα με μετέφερε στην Λευκωσία. Γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό αποτελεί άγνωστη λέξη στα μέρη αυτά και ότι ο κόσμος είτε έχει αυτοκίνητο, είτε χρησιμοποιεί ταξί ή κάτι μικρά ιδιωτικά λεωφορειάκια σαν ταξί. Το δημόσιο λεωφορείο σταματά τα δρομολόγια στις 18:00 και αν καταφέρεις να βρεις τη στάση του τότε θα είσαι μόνος εκεί και σε όλη τη διαδρομή, όπως ήμουν εγώ.

Δεν πρόλαβα να κατέβω από το λεωφορείο στη Λευκωσία και έπεσα πάνω στην πρώτη πινακίδα προς το «σπίτι του εθνοφρουρού». Την επόμενη μέρα συνειδητοποίησα ότι ανά 100m στην παλιά πόλη της Λευκωσίας βρίσκει κανείς μία ταμπέλα που του δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει για να βρει το «σπίτι του εθνοφρουρού». Εμένα μου φάνηκε κάπως σαν να περπατάω στα πατήσια και να βλέπω πινακίδες για το «σπίτι του μαλάκα», οπότε ήταν μεγάλη πρόκληση να το βρω. Φυσικά δεν ήταν καθόλου δύσκολο με τόσες πινακίδες. Είναι κατεβαίνοντας από τη πλατεία ελευθερίας, τρίτο μπουρδέλο αριστερά. Όσο πλησιάζεις τόσο πιο καυλωτικό γίνεται χωρίς να ξέρεις γιατί. Ο λόγος για την καύλα αποκαλύπτεται μόλις το αντικρίσεις.

Είναι ένα διώροφο σπίτι, αρκετά περιποιημένο, φωτισμένο, ανοιχτό, όπου από τα παράθυρα φαινόταν ένα μπιλιάρδο. Έξω υπήρχε η πινακίδα που σου δήλωνε ξεκάθαρα ότι το βρήκες καθώς και ο απαραίτητος δικέφαλος αετός της ορθοδοξίας, των ενόπλων δυνάμεων και της ΑΕΚ. Όλα έδειχναν ότι είναι ανοιχτό στο κοινό. Μπήκα λοιπόν και έπεσα πάνω σε ένα κοντοκουρεμένο αγόρι που κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω τα τουριστικά μου ρούχα και με ρώτησε τί θέλω. Εγώ πολύ ευγενικά του απάντησα ότι ήθελα να μάθω τί είναι αυτό το μέρος και τότε αυτός μου απάντησε ότι είναι ένα μέρος που έρχονται οι φαντάροι. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και αμέσως ξεπρόβαλε από μία πόρτα το στερεότυπο του φαντάρου. Ξεκούμπωτη στολή εξόδου, καστανόξανθος, σφιγμένες μπότες, ελαφρώς ιδρωμένος, φυσικό, οικοδομικό μαύρισμα, έσταζε καύλα. Μου κόπηκε η μιλιά και δεν μπορούσα να βρω καμία δικαιολογία να μείνω λίγο παραπάνω. Το μόνο που μου ερχότανε να πω ήταν ότι «μπορεί να μην είμαι φαντάρος αλλά μου αρέσουν οι φαντάροι» και «μήπως να κάτσω να πιούμε καμιά μπίρα και να ξεχάσουμε;». Μετά όμως κοίταξα στο βάθος το χάρτη του νησιού μ΄αυτή την κιτς κόκκινη διαχωριστική γραμμή σαν αίμα που από πάνω γράφει «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ» και είπα από μέσα μου ‘άσ’ το καλύτερα’ και έφυγα έτσι άπραγος.

Το ελληνόφωνο κομμάτι του νησιού
Όλο το νησί είναι εξαιρετικά ξερό. Τελείως Λιβύη. Μετρημένα τα δέντρα του. Έτσι όπου και να σταθείς έχεις ένα τεράστιο ορίζοντα και θέα και στα δύο μέρη. Το κομμάτι που αποκαλείται ‘Κυπριακή Δημοκρατία’ είναι γενικώς πολύ πλούσιο. Ανέκαθεν οι κύπριοι ασχολιόντουσαν με το εμπόριο σε αντίθεση με τους τουρκοκύπριους που ήταν βασικά γεωργοι-κτηνοτρόφοι. Αυτό είχε ήδη από καιρό δημιουργήσει ταξικές διαφορές ανάμεσά τους, πέραν όλων των άλλων. Από τη διχοτόμηση και μετά, το μέρος αποτελεί παράδεισο για τις off shore εταιρίες όλου του κόσμου. Αυτές οι εταιρίες δηλώνουν ότι έχουν έδρα ένα νησί του ειρηνικού ή την κύπρο στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου το φορολογικό σύστημα τους φορολογεί με πολύ μικρότερο ποσοστό απ’ ότι αν φορολογούνταν στη χώρα που έχουν την πραγματική τους δραστηριότητα. Κομπίνα σαν να λέμε. Αυτό ακριβώς για το οποίο κατηγορείται τελευταία ο Σάκης (ποιος Σάκης; ο θεός). Έτσι η κύπρος εισπράττει φόρους από εταιρίες που δεν υπάρχουν εκεί. Πολλά λεφτά. Τα βλέπεις παντού. Υπάρχει τέτοια ανάπτυξη που έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα. Παντού υψώνονται τεράστιες πολυκατοικίες και ξενοδοχεία, καινούριοι δρόμοι κτλ. Δύσκολα βλέπεις κάτι παλιό. Μάλλον πρέπει να το αναζητήσεις σε κάνα κουτσοχώρι. Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι αυτά τα κτίρια να ταιριάζουν με το περιβάλλον. Είναι σαν να βλέπεις πολυκατοικίες στις κυκλάδες.

Παλιά κτίρια, διασώζονται μόνο στην παλιά πόλη της Λευκωσίας, μέσα από τα τείχη. Αυτή η περιοχή θυμίζει κάτι από πατήσια και πλατεία Βάθη. Μαγαζάκια, καφενεδάκια και τίγκα στους μετανάστες. Ινδούς, πακιστανούς, μπαγκλαντεσιανούς, σρι-λανκανους, γενικώς σκουρόχρωμους ή σχιστομάτες. Κυκλοφορούν αντρο-παρέες, δεν πίνουν συνήθως και δεν καπνίζουν αλλά μπορείς να καταλάβεις πού καθόταν λίγο πριν ένας απ’ αυτούς από το βουνό που έχει δημιουργηθεί από τσόφλια από ηλιόσπορο. Είναι εύκολο να τους ξεχωρίσεις από τους ελληνο-κύπριους γιατί είναι λίγο πιο σκουρόχρωμοι και πολύ πιο εξαθλιωμένοι.

Οι ελληνο-κύπριοι/ες
Οι ελληνο-κύπριοι είναι όμορφοι άντρες, για κάποιον που του αρέσουν οι αραβο-κάπως. Είναι σκουρόχρωμοι, μελαχρινοί, με λίγες έως πολλές τρίχες, μικρά μέτωπα, κάπως κυλινδρικά σώματα σαν τους Τούρκους και μιλάνε σπαστά ελληνικά. Είναι κάτι ανάμεσα σε έλληνες και τούρκους. Είναι νεόπλουτοι, με δικό τους αυτοκίνητο, καινούρια παπουτσάκια, μπλουζάκια, γυαλάκια κτλ, πίνουν καφέδες σε trendy πανάκριβες καφετέριες και τρώνε σε ωραία εστιατόρια. (τρελαίνομαι για γενικεύσεις) Ένα ερμηνευτικό μοντέλο που βασίζεται στη βρετανική κουλτούρα θα έκανε τα λιγότερα λάθη στη κατανόηση της συμπεριφοράς των ελληνοκυπρίων. Και αυτό δεν περιορίζεται μόνο στο ότι οδηγούν ανάποδα και έχουν βρετανικά φανάρια στους δρόμους.

Οι ελληνο-κύπριες φαίνονται πολύ πιο χειραφετημένες από τις αντίστοιχες ελληνίδες. Συχνά απαντώνται σε ομάδες των δύο ή περισσότερων γυναικών να πίνουν μπίρες ή να γευματίζουν χωρίς να αισθάνονται καθόλου τύψεις από την απώλεια των αντρών. Μέχρι και trendi κοριτσάκια να κάθονται μεταξύ τους και να πίνουν μπίρες στα παγκάκια είδα, αλλά και αυτό είναι τελείως βρετανική συνήθεια. Είναι πολύ όμορφες, περιποιημένες, πλούσιες και μιλάνε σπαστά ελληνικά όπως οι ελληνο-κύπριοι.

Τί να προσέξετε
Η ονομασία του καφέ δείχνει όλη την εθνική υστερία που επικρατεί και σε αυτό το μέρος του πλανήτη. Τον αραβικό καφέ στην ελλάδα μέχρι πρόσφατα τον λέγανε ‘τούρκικο’, αλλά τα τελευταία χρόνια ο ίδιος καφές λέγεται ‘ελληνικός’. Στην τουρκία ο ίδιος καφές λέγεται ‘τουρκικός’. Στην κύπρο ξέρετε πώς λέγεται; ‘Κυπριακός’ φυσικά. Και αν ζητήσεις έναν ‘ελληνικό σκέτο’ θα σου φέρουν έναν αραιότατο φραπέ, και καλά θα κάνουν, εδώ που τα λέμε, οι άνθρωποι.

Λίγα λόγια για την ιστορία
Από το ‘μαρτυρικόν τούτον νησίν’, όπως το χαρακτήρισε ένας ελληνο-κύπριος φαστ-φουντάς, και ποιοι δεν πέρασαν ανά τους αιώνες. Αλεξανδρινοί, βυζαντινοί, Οθωμανοί, Βρετανοί, και πρόσφατα Έλληνες και Τούρκοι. Το νησί απελευθερώθηκε από τους Βρετανούς το 1960 ως αποτέλεσμα ενός πολυετούς εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα για ανεξαρτησία που δώσαν οι κύπριοι. Κάθε τέτοιος αγώνας στην ιστορία είχε σοσιαλιστικά οράματα. Ίσως γιατί μόνο οι σοσιαλιστικές ιδέες οραματίζονται ένα μέλλον καλύτερο για τους πολλούς, αν όχι για όλους, και φτιάχνουν τις διαδικασίες να το κατακτήσουν. Οι Βρετανοί φύγανε, κρατώντας δύο μεγάλα κομμάτια του νησιού για τις βάσεις τους. Στο νησί έμειναν οι κύπριοι με τις αριστερές του ιδέες. Ένα νησί λοιπόν που βρίσκεται τόσο κοντά στη μέση ανατολή, είναι τίγκα στους αριστερούς. Σαν να λέμε ο εφιάλτης του κάθε αμερικανού προέδρου, που εκείνη την εποχή το είχε χαρακτηρίσει ΄κούβα της μέσης ανατολής’. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θυμήθηκε η ελλάδα ότι οι μισοί από αυτούς που μένουν στο νησί μιλάνε σπαστά ελληνικά και άρα ας τους πούμε έλληνες και ας τους κάνουμε δικούς μας. Ακριβώς ότι είπε και από μέσα της και η τουρκία. Και αρχίσανε οι σφαγές των τουρκο-κυπρίων, και μετά των ελληνο-κυπρίων και από δω παν κι άλλοι. Τα υπόλοιπα είναι πολύ πολύπλοκα. Αυτό που έγινε άλλοι το λένε ‘η κακιά η ώρα’ άλλοι ‘σχέδιο’, πάντως τους βόλεψε όλους. Οι αμερικάνοι και οι Άγγλοι έχουν το κεφάλι τους ήσυχο ότι το νησί δεν θα είναι ποτέ εν ειρήνη και ανεξάρτητο και άρα θα είναι συνεχώς υπό την επιρροή τους, οι έλληνες έχουν ένα κομμάτι (το ΄θέλαν όλο και χωρίς τους τουρκο-κύπριους αλλά τί να κάνουμε τώρα) και οι τούρκοι επίσης. Οι ταξικές διαφορές παραμερίστηκαν, οι μισοί κύπριοι είναι χαρούμενοι που υπάρχει ελληνικός στρατός στη περιοχή τους και οι άλλοι μισοί που υπάρχει τουρκικός.

Γουστάρω πολύ την ιστορία γιατί είναι το αντίθετο από τη φύση. Ενώ στη φύση η ισορροπία βρίσκεται μέσα από την απόλυτη οικονομία ενέργειας, στην ιστορία η ισορροπία βρίσκεται μέσα από την απόλυτη άσκηση βίας. Οι τούρκοι πήραν το μισό νησί, τη μισή Λευκωσία και την μισή παλία πόλη της Λευκωσίας. Εμένα αυτό το καθεστώς μου έδωσε την αίσθηση ισορροπίας γιατί ικανοποίησε αυτό που μου διδάσκουν από παιδί, ότι οι τούρκοι και οι έλληνες είναι εχθροί και δεν μπορούν να ζουν μαζί. Έτσι αν πήγαινα σε μια πόλη όπως η Λευκωσία όπου μέναν τούρκοι και έλληνες πλάι πλάι θα πάθαινα ένα σοκ. Και δεν είναι καλό να παθαίνεις σοκ ούτε για τον πατριωτισμό ούτε για τον τουρισμό.

Αυτή η αίσθηση ισορροπίας ταράζεται όταν κάνοντας βόλτα στην παλιά πόλη της Λευκωσίας ξαφνικά μπροστά σου ορθώνεται ένα οδόφραγμα που θέτει ένα απότομο τέλος στην βόλτα σου. Αυτό το οδόφραγμα φαίνεται να έχει συσσωρεύσει πάνω του όλη τη βία της εισβολής. Τα εγκαταλειμμένα κτίρια δίπλα στα οδοφράγματα, οι αμμόσακοι, οι σημαίες, τα συρματοπλέγματα, η νεκρή ζώνη και απέναντι οι άλλες σημαίες και τα άλλα οδοφράγματα, σου σηκώνουν την τρίχα. Η εισβολή μπορεί να επέφερε αυτή την ισορροπία που τώρα απολαμβάνει το νησί, την απέφερε όμως με μια μεγάλη δόση βίας.

Όταν στήθηκαν αυτά τα οδόφραγμα, 1619 άτομα κλείστηκαν στην άλλη μεριά και κανείς ποτέ δεν άκουσε τίποτα για την τύχη τους. Είναι οι ‘άγνοούμενοι’ της Κύπρου. Αυτοί που φωτογραφίες τους κρατάνε μαυροφορεμένες γυναίκες, ζητώντας να μάθουν τί απέγιναν. Είναι «φωνή που δεν ακούεται» όπως γράψει στο οδόφραγμα της οδού «Λύδρα», ένας στίχος από ένα ποίημα που φέρεται να ανήκει σε μια μάνα αγνοουμένου αλλά που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί ένα μέρος από τη «χώρα της σκιάς» του T. S. Eliot. Η ιστορία με τους αγνοούμενους είναι ότι πιο σκληρό έχω ακούσει στη ζωή μου. Δεν είναι συχνό φαινόμενο σε έναν πόλεμο να μην είσαι σίγουρος ότι αυτός που χάθηκε σκοτώθηκε. Και όταν δεν ξέρεις, βάζεις με το νου σου τα χειρότερα. Είναι ψυχολογική αρχή αυτή. Και όταν το χειρότερο σενάριο ούτε επαληθεύεται ούτε διαψεύδεται, μένει εκεί κάθε μέρα να κουράζει το μυαλό και να παραλύει το κορμί.

Τα οδοφράγματα είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της Λευκωσίας. Για να κάνει πιο ευχάριστο το σκηνικό, το γενικό επιτελείο στρατού, έχει χτίσει από ένα φυλάκιο σε κάθε οδόφραγμα και έχει τοποθετήσει έναν φαντάρο με πλήρη εξάρτηση: όπλο, παγούρι, μπότες, καπέλο, γυαλιά ηλίου κτλ. Με εντολή του ΓΕΣ, τους θερινούς μήνες, που είναι και οι πλέον τουριστικοί, οι φαντάροι απαγορεύονται να έχουν τελείως κουμπωμένες τις φόρμες τους. Έτσι φαίνονται ξεκάθαρα τα δεκαοχτάχρονα στήθη, άλλες φορές δασύτριχα και άλλες όχι, καλυμμένα με στολές παραλλαγής, ενώ πίσω τους διακρίνεται ένα σκοτεινό φυλάκιο που συμπληρώνει το σκηνικό της φαντασίωσης. Οι φαντάροι είναι όλοι ίδιοι μεταξύ τους. Ίσως γι’ αυτό και φαντασιώσεις με φαντάρους είναι όλες ίδιες. Έχουν μέσα λίγο ιδρώτα, λίγο βαρεμάρα που μετά γίνεται βία, λίγο μπότες, λίγο ζώνες, χοντρές ψωλές, υγρές παλάμες, πόνο, λίγα λόγια, τα βασικά, ντουζ και άντε γεια. Για όλα αυτά σε προδιέθεταν και οι κύπριοι φαντάροι χωρίς κανένα νεοτερισμό. Ήταν βαρεμένοι, ήθελαν παρέα, ήταν το πολύ εικοσάχρονοι, μιλούσαν σπαστά ελληνικά, είχαν πλήρη
εξάρτηση, τουλάχιστον μία εβδομάδα να πάρουν
έξοδο και εγώ τί ήμουν; ένας απλός τουρίστας.

Αλλά να που έχω αυτό το ανικανοποίητο μόλις φτάνω κάπου να μην μου φτάνει και να θέλω να δω τί έχει απέναντι. Όσο όμορφοι λοιπόν κι αν ήταν οι Ελληνοκύπριοι φαντάροι τόσο εμένα να πετάει το μάτι μου πέρα από την πράσινη γραμμή μπας και δω τον αντίστοιχο Τούρκο. Και επειδή έσκασα, πέρασα από την άλλη μεριά. Η άλλη μεριά ήταν το άλλο άκρο. Φτώχια και ανατολή. Η πόλη όπως ακριβώς μετά το πραξικόπημα. Στα εγκαταλειμμένα σπίτια μένουν τώρα έποικοι από την Ανατολία. Δεν τους ρώτησαν, απλά τους κουβάλησαν εκεί. Η πόλη είναι γεμάτη άντρες σε μπουλούκια. Άπειρα σκουρόχρωμα παιδιά γεμίζουν τις γειτονιές με φωνές που προσπαθούν να καλύψουν τους ιμάμηδες που ψέλνουν. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα είναι ο τούρκος φαντάρος. Από την άλλη μεριά λοιπόν τίποτα δεν ήταν διαφορετικό. Οι τουρκοκύπριοι φαντάροι ήταν επίσης ευγενικοί, επίσης βαρεμένοι, επίσης όμορφοι, επίσης καυβλωτικοί και εγώ επίσης ένας απλός τουρίστας που κοιτάει για κάποιο λόγο πάλι απέναντι.

Γιατί χωρίστηκαν αυτοί οι δύο νέοι από συρματοπλέγματα, πράσινες γραμμές και πράσινα άλογα; Αυτοί θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον φίλοι. Τελικά τί διαφορά έχει ο ελληνοκύπριος φαντάρος από τον τουρκοκύπριο συνάδελφό του δεν κατάλαβα. Βλέπετε, δεν πήρα κανέναν απ’ τους δύο. .